ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            




 

ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ


GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above

 



 

  

Ιωάννα Λιακάκου


Aerostato1000's Channel  

Ο πρόσφυγας

Το παραμύθι

  Απόβρεχο 

Ένα μπουκάλι κρασί

 Για μια γιαγιά  

Η γιαγιά ήταν στο διπλανό θάλαμο.Δεν την είχα δει καθόλου γιατί κι εγώ ήμουν βαριά άρρωστη και δεν σηκωνόμουν ούτε για την ανάγκη μου. Μου έδιναν δυνατά φάρμακα και ενέσεις μου έκαναν, ήμουν ντοπαρισμένη. Αλλά άκουγα και ένοιωθα.΄Ελεγαν κινδυνεύω. Έλεγαν μπορει ν΄αντέξω. Ήμουν νέα ακόμη, ο οργανισμός, έλεγαν, μπορεί, ίσως, να τα καταφέρει. Και τάλεγαν μπροστά μου, νομίζοντας πως δεν ακούω καλά πως δεν είμαι σε θέση να καταλαβαίνω τι συνέβαινε.  

  Η γιαγιά όλη νύχτα μ΄ενοχλούσε με τα βογγητά της. Δε με άφηνε να κοιμηθώ! Και τι ύπνο νάχεις όταν παλεύεις με το θάνατο. Κι η γιαγιά μου σπάραζε την καρδιά με τα μοιρολόγια της. Ήταν στον άλλο θάλαμο πολύ κοντά μου.

Αν έριχνες τον τοίχο τα κεφάλια μας θάγγιζαν και την άκουγα να βογγάαει μια βδομάδα τώρα Μέσα στην πάχνη της κατάστασής μου και στο θόλωμα του νου την ένοιωθα που θρηνούσε.Ακουγα και τους άλλους να μιλάνε για δρόμο, για παιδί, στην άσφαλτο, εκεί στη διασταύρωση, έλεγαν, έγινε το κακό.  

  Όταν πήρα το καλύτερο κι άρχισα να κάνω βήματα στο διάδρομο,πήγα δίπλα της, της μίλησα, της χάιδεψα τα μαλλιά,έλα,έλα γιαγιά, της είπα, πονάς; Πονάς πολύ; Κάνε κουράγιο, όλοι πονάμ΄ εδώ!Άχ!, μου κάνει, δεν είναι για μένα, το παιδί! Το παιδί! Ένα χρόνο τώρα, Άχ! Έκλεισε τα μάτια και βογγούσε βαριά, βαθιά, μοιρολογούσε τον επιτάφιο θρήνο.  

  Της χάιδεψα το μέτωπο, στάθηκα λίγο με σεβασμό, με ευλάβεια. Δεν μπορούσα τίποτα να κάνω, ούτε τη νοσοκόμα φώναξα να τη βοηθήσει. Τί να της κάμει; Ήξερα δεν υπήρχε παρηγοριά. Είχε χάσει το γιό της και το εγγονάκι της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και πάλευε με φαντάσματα

                                            Από το βιβλίο τα ίδια σχεδόν


vv

    Απόβρεχο  
 
της Ιωάνας Λιακάκου

 

Απόβρεχο και το χώμα μοσχοβολάει, το περιβόλι, τα λουλούδια,τα κλαριά μούσκεμα,πλυμένα ,μπανιαρισμένα, πεντακάθαρα, λάμπουν κι αστράφτουν. Γυρτά τα κεφαλάκια τους βάρυναν από το πολύ νερό. Τον ήλιο περιμένουν να τα στεγνώσει,να τα ζεστάνει, να τα φιλήσει,να τα στολίσει με το χρυσάφι του. Κι εχτές τον ήλιο περίμεναν, βροχή έστειλε ο ουρανός,στ΄αλήθεια είναι μπερδεμένος ο καιρός, ή εμείς τον ήλιο περιμένουμε και μόνοι μας μπερδεύουμε τον κύκλο της ζωής στον πόθο της ψυχής μας  

  Κι εμείς τον ήλιο καρτερούσαμε κι ανοιξιάτικα φορούσαμε. Είμαστε στολισμένοι με την καρδιά ανοιχτή. Περιμέναμε τον ήλιο να παίξουμε, να γελάσουμε, να ξανανοιώσουμε να αισθανθούμε ανάλαφροι, ωραίοι και λαμπροί. Κι ήρθε η βροχή κι αναγκαστήκαμε να κλείσουμε τα παράθυρα, την πόρτα να μανταλώσουμε, ο αγέρας άγρια φυσάει, φοβερίζει, αστράφτει και βροντάει, φέρνει βροχή το σύννεφο και το παιδί ρωτάει. Γιατί αστράφτει ο ουρανός; γιατί βροντάει; Φοβάμαι.  

  Όχι, του λένει οι μεγάλοι, να μη φοβάσαι,να μην κλαις, μόνο να βλέπεις και θα βγει ο ήλιος στολισμένος τα χρυσά του κα τ΄αργυρά του κι όλοι οι άνεμοι κι οι βροντές θα σταματήσουν μπρος στο μεγαλείο του. Θαρθεί καλοκαιρία, θαρθεί

 

Από το βιβλίο      τα ίδια σχεδόν


bb

Ο πρόσφυγας

 

Θέλω να ζήσω,είπα, και ξεκίνησα.Τα πόδια μου με πονούσαν από την ξυπολησιά και τ΄αγκάθια που πατούσα, το κεφάλι μου βούιζε σαν ένα μελίσσι να είχε χωθεί μέσα και με τρυπούσε με μανία μη βρίσκοντας διέξοδο. Φωνές άκουγα, φωνές αληθινές, όχι της φαντασίας μου, της μνήμης μου και της ανάμνησής μου. Και λόγια, λόγια καθαρά που τα είχα ακούσει άλλοτε και είχα φοβηθεί και τώρα τα ξανάφερνε η μνήμη μου και τ΄ άκουγα να με σοβαρέυουν, να με νουθετούν, να με φοβίζουν, να με τρομοκρατούν.

Που πας; Γιατί φεύγεις; Εμάς που μας αφήνεις; Θα πεθάνουμε από τη λύπη μας, από την πείνα και την αρρώστια, τώρα τουλάχιστον μας φέρνεις κάτι κι εμάς εσύ που είσαι νέος, χωρίς εσένα τι θ΄απογίνουμε;

Που πας; Ο δρόμος είναι μακρύς, δύσκολος, θα μπερδευτείς θα χαθείς, κάθησέδώ, μη φεύγιες! Εδώ είναι ο τόπος σου, η πατρίδα σου, η γη σου, εδώ, εδώ μείνε!

Φύγε,τι κάθεσ΄εδώ; Τι περιμένεις; Τι ελπίζεις; Θα πάμε όλοι στον αγύριστο. Ή από την πείνα, ή από την αρρώστια ή την καταδίκη των δυνατών, λένε,πως μας έχουν έτοιμες τις κατηγορίες γιατί τολμήσαμε να ζητήσουμε ψωμί και ρούχα και είμαστε, λένε, αντίθετοι. Κοίτα να φύγεις το γρηγορότερο εσύ, εσύ που είσαι νέος κι αντέχεις κι έχεις ζωή, εμείς και να πεθάνουμε δεν πειράζει,εσείς οι νέοι να ζήσετε, πρέπει να ζήσετε. Φύγε το συντομότερο. Δώσε ό,τι σου ζητάνε, πήγαινε, φύγε, πριν σε σκοτώσουν, πριν δειλιάσεις. Πήγαινε ,έχουμε ακούσει  εκεί ζουν, έχουν, τρώνε, φοράνε, είναι πλημένοι, το είδαμε και μια φορά στο σινεμά, μας το΄πε κι ένας θείος σου, ο κόσμος είναι άλλος εκεί.. Φύγε παιδί μου, να σωθείς, να ζήσεις και να μας θυμάσαι να μα στείλεις κι εμάς κάτι όταν μπορέσεις όταν σιάξουν τα πράγματα και υπάρχει τρόπος. Θ ΄αλλάξουν τα πράγματα θα δεις, ο κόσμος μια μέρα θα γίνει παράδεισος όπως το φανταζόμαστε, τώρα να γλιτώσεις που είναι δυστυχία πείνα και χαλασμός, τώρα που οι άδικοι και οι τρελοί έχουν τ΄απάνω χέρι, αύριο θ άλλάξουν τα πράγματα. Όμως ποιός αντέχει ως αύριο. Αυτό το αύριο μπορεί να είναι μήνες, χρόνια, δικαετίες, φύγε ,σου λέω και να μαςς στέλνεις κάτι κι εμάς. Φύγε!

  Τι δρόμο πήρες; Που πας; Για κει που ξεκίνησες μη φαντάζεσαι πως θάναι ο δρόμος σπαρμένος δολλάρια. Κι εκεί δύσκολα είναι για τους φτωχούς και θάναι δυσκολότερα για σένα, που θα είσαι ο ξένος, ο πρόσφυγας,ο φτωχός, ο κακομοίρης, θα σε κοιτάνε παράξενα σα να έχεις ψώρα, θα σε αποφεύγουν, θα σε βρίζουν με τα χειρότερα λόγια, ονόματα και παρατσούκλια θα σου κολλήσουν, δεν θα τους σ΄αρέσει η λαλιά σου, το χρώμα σου, οι κινήσεις σου. Αλλού πρέπει να χτίσεις το σπίτι σου, στην άκρη, απόμερα, να μην τους ενοχλείς, θα είσαι ο άλλος, ο ύποπτος, ο αλλοδαπός, και θα πρέπει να δουλεύεις διπλά και τρίδιπλα για ν΄αποδείξεις την αξία σου, τη δύναμή σου. Όσα χρόνια κι αν ζήσεις εκεί που πας στα ξένα θα είσαι ο ξένος , ο πρόσφυγας, ο φτωχός ο πειναλέος.. Τ ψωμί σου θα είναι πικρό, το νερό σου αρμυρό, το δάκρυ σου στεγνό. Μη φεύγεις, κάθισ΄εδώ! Να πεθάνεις και να θαφτείς στο χώμα σου εδώ σ΄αυτή τη γη που σε γέννησε που σε αγαπάει που σε πονάει. Μη φεύγεις παιδί μου! Εμείς τι θα γίνουμε χωρίς εσένα;

   Γιατί Θεέ μου, γιατί έφτειαξες έτσι τον κόσμο Σου; Γιατί να επιτρέπεις εσύ ο πάνσοφος, ο δυνατός, ο αγαθός, αυτά τα τρομερά που συμβαίνουν επάνω στη γη Σου; Αφού δεν έχουμε ζωή γιατί τόσο πολύ ποθούμε να ζήσουμε; Γιατί το δημιούργημά Σου έμπλεξε τόσο πολύ στους πόθους του και στα ένστικτά του  και ασχημονεί και σκοτώνει τον αδελφό του;  Γιατί δεν  βρέχεις κι εδώ γιατί η γη σου δεν δίνει τροφή; Γιατί οι άρχοντες του κόσμου μας παίρνουν κι αυτό το λίγο που μας δίνεις;  Εσύ γιατί τα επιτρέπεις; Γιατί δεν τους φωτίζεις να καταλάβουν το άδικο που κάνουν,τη δυστυχία που σκορπίζουν στον κόσμο γιατί; Γιατί; Τα απιδιά δεν λυπούνται τα παιδιά;  ΄Εχουν καρδιά; Στήθος έχουν; Σε ποιά περίοδο της εξέλιξης έχουν σταματήσει; Αυτή η αδικία, αυτό το έγκλημα αφού εσύ το επιτρέπεις γιατί δεν έφτειαξες κι εμάς έτσι που να το αντέχουμε; Σηκώνω τα μάτια μου και σε ρωτάω. Γιατί να γεννηθώ αφού με πεθαίνεις προτού ζήσω; Γιατί γεννήθηκα; Πες μου γιατί; Πονάω, πονάω σκίζομαι δε θέλω να πεθάνω. Πεινάω, κρυώνω,φοβάμαι, λυπάμαι τους γέρους, τα παιδιά, τους κυνηγημένους. Αυτοί οι ανώτεροι,οι μεγάλοι με τα λαμπρά φορέματα, που είναι, λένε, αντιπρόσωποί σου,μας πιάνουν,  μας φυλακίζουν, μας σκοτώνουν άμα μιλήσουμε Πεθαίνουμε κάθε μέρα από κάθε λογής στέρηση και κατηγορία. Εσύ Κύριε που είσαι ψηλά και μακριά δεν ξέρεις τι γίνεται  στη γη σου, αν ήξερες θα λυπόσουν για το κατάντημά μας ή μπορεί και να φοβόσουν αυτούς τους καινούριους άρχοντες του κόσμου. Είναι τρομεροί, Κύριε, αδίσταχτοι, άδικοι, πλεονέχτες, αχόρταγοι,σκληρόκαρδοι. Κάνουν κύκλους και υπερασπίζονται μεταξύ τους. Αλίμονο σε όποιον βρεθεί έξω από το κύκλωμά τους. Τον πολεμούν ώσπου να τους προσκυνήσει και τότε του αρπάζουν κι εκείνο το λίγο που παράγει ο τόπος του. Είναι φοβεροί, Κύριε, κρύοι, ασυγκίνητοι, υπολογιστές, όλο μετράνε και λογαριάζουν τα λεφτά τους. Δεν έχουν άλλο αίσθημα από το συμφέρον, το χρήμα και την εξουσία. Εσύ γιατί τους δίνεις εξουσία; Τους φοβάσαι Θεέ μου;

   Με στρίμωξαν, με πέταξαν στην άκρη, με πριφρονούν, με βρίζουν, ετοιμάζουν χαρτιά, με κατηγορύν, θέλουν να με σκοτώσουν. Ο κόσμος, ο κοσμος Σου είναι μεγάλος, μπορεί εκεί που λένε θα πάμε να είναι καλύτερα, δεν μπορεί κάπου θα είναι καλύτερα, οπουδήποτε  θα είναι καλύτερα από δω. Εδώ πεθαίνουμε χανόμαστε, κι είναι ωραίος ο κόσμος Σου Κύριε. Ο δρόμος ωραίοςτα λουλούδια, τα πουλιά, τα παιιδιά, τα χρώματα, το φως, το ψωμί,ο ύπνος, το χαμόγελο της αγάπης, πως ν΄αρνηθώ τα δώρα σου Κύριε, πως; Ο πόθος της ζωής ποτάμι μέσα μου. Θα φύγω! Πήρα την απόφαση.Θα γυρίσω όλη τη γη Σου να βρω χώμα και νερό να βρω ειρηνική χώρα. Να ζήσω, είπα, θέλω να ζήσω! Και ξεκίνησα για τα ξένα

 

mm

Το παραμύθι

Σήμερα Πέμπτη, Μελβούρνη, Αυστραλία. Ο καιρός υγρός, κρύος, βαρύς μελαγχολικός. Περιμένουμε τον ήλιο τη ζέστη, την καλοκαιρία. Ο ήλιος ! Ο ήλιος! Δε λέει να βγει. Φέτος αργεί το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι αργεί

  Χριστούγεννα στην Αυστραλία με κρύο. Σαν νάμαστε στο Αίγιον, στο σπίτι τον παλιό καιρό. Τότε που είμαστε παιδιά. Τότε τα Χριστούγεννα η μάνα είχε για όλα τ΄αδέλφια μου καινούριο ρούχο για τις άγιες μέρες. Για τα παιδικά αθώα μάτια μου, εκείνα τα φτωχικά, τα μεταποιημένα ρούχα ήταν θαυμάσια ονειρεμένα. Έφτιαχνε και γλυκά η μάνα,  κουραμπιέδες, λουκουμάδες, τηγανίτες. Έψηνε κρέας στο φούρνο με πατάτες στογγυλές, μικρές, ροδοκόκκινες. Είμαστε εννιά αδέρφια, πέντε αγόρια, τέσσερα κορίτσια, αδύνατα, χλωμούλια, φωνακλάδικα, διαβολάκια.

  Τότε αισθανόμουν σαν χαμένο ανάμεσα στα τόσα παιδιά, αν σκεφτεί κανείς πως έλλειψα αρκετά χρόνια από την οικογένειά μου,ποιός μούδινε σημασία. Αισθανόμουν από τότε ξένη μέσα στο σπίτι  των γονιών μου,ακόμη αισθανόμουν ότι είμαστε φτωχοί, ότι υποφέραμε από κάτι.Τι κρίμα να μην είμαι χαρούμενο παιδί. Θα έπρεπε να είμαι. Μάλιστα, θα έπρεπε τι λόγος.

  Καλοί ήσαν οι γονείς μας. Αν και πολύ σοβαροί και αυστηροί. Δεν μας χάιδευαν, δεν μας φιλούσαν.Ήξερα όμως ότι μας αγαπούσαν. Το είχα εξακριβώσει, αλλά δεν έφτανε. Ήθελα και τα φιλιά και τα χάδια. Θυμάμαι πόσες φορές έκανα την άρρωστη για να με φιλήσει η μητέρα, για να ακούσω τον πατέρα να ρωτάει για μένα.

  Αυτές λοιπόν τις φορές που έκανα την άρρωστη,η μάνα μ΄εβαζε να κοιμηθώ στο δικό της κρεβάτι. Ε, αυτό πια ήταν σωστό όνειρο κι έφτανε για να γίνω καλά κι αν ακόμη ήμουν άρρωστη στ΄αλήθεια! Με σκέπαζε μαλακά, μου έφερνε γάλα με φίλαγε λιγάκι. Ο πατέρας μόλις γύριζε το σούρουπο από το χτήμα, πριν καλά-καλά δρασκελιζει το κατώφλι, ρώταγε με φωνή γιομάτη ενδιαφέρον και αγωνία, Ελένη, τι κάνει το τσουπί;

  Εγώ δεν ήθελα άλλο. Την άλλη μέρα,  πρωί-πρωί ήμουν όρθια, έπαιζα χαρούμενη με τα παιδιά. Οι γονείς μου ησύχαζαν και με παράταγαν. Ξέχναγαν πια να με ξαναφιλήσουν και να ρωτήσουν για μένα.Πάντως η αφεντιά μου ήμουν ήσυχη για κάμποσον καιρό.Μέχρι να επαναληφθεί η ίδια ιστορία.

  Στο σπίτι μας έμενε κι ενας παππούς που ήταν θείος της μάνας μου, γέρο-Θανάση τον φώναζαν όλοι. Ήταν λεβεντόγερος,αγαπητός. Δούλευε πολύ στο χτήμα μαζί με τον πατέρα. Έφερνε ωραία πεπόνια, καρπούζια, αγκινάρες, μπιζέλια. Όταν πήγαινε απάνω στην αγορά μας έφερνε μαντολάτο και παστέλι.

  Τις χειμωνιάτικες μέρες καθόταν στο παραγώνι κι έψηνε ψωμί στα κάρβουνα, καψαλιστό, τόλεγε, έριχνε λάδι απάνω και ρίγανη και το΄τρωγε. Εμείς όλα μαζευόμαστε γύρω-γύρω και τρώγαμε σταφίδα μαύρη και σουλτανίνα και σύκα ξερά. Και περιμέναμε ν΄αρχίσει ο παππούς το παραμύθι.

  Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά. Εκεί που σάρωνε η γριά βρίσκει μια δεκάρα, Γέρο, γέρο , λέει η γριά, τι να πάρουμε με τη δεκάρα; Να πάρουμε μύγδαλα ή καρύδια; Α, μωρ΄γριά πως θα φάμε τα καρύδια και τα μύγδαλα που δεν έχουμε δόντια; να πάρουμε, της λέεει, μέλι. Και πήραν μέλι,

και κόλλησε η γριά κι ο γέρος κι η κατσίκα, και οι κόττες και ο κόκορας και η γάτα και ο σκύλος και ήσαν όλοι κολλημένοι και μελωμένοικαι ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα στο σπιτάκι μας με τον παππούλη μας να μας λέει παραμύθια, παιδιά δεν είμαστε;

  Μια βαρυχειμωνιά, το 1940 πρέπει νάγινε κάτι πλύ τρομερό γιατί ο παπούς δεν μίλαγε, καθόταν στο παραγώνι διπλωμένος,κουλουριασμένος, μουγκός. Η μάνα με πήρε από το χέρι και φύγαμε για το χωριό. Με πήγε στην αδερφή της, γιατί έγινε, λέει, πόλεμος κι ερχόταν η πείνα κι η δυστυχία. Τι να καταλάβω,  ήμουν δεν ήμουν έξι χρονών.Έστησα τα κλάματα, δεν ήθελα να πάω. Ήθελα τον παππούλη μου και τ΄αδέλφια μου. Η μάνα μου χάιδευε τα μαλλιά και μου φάνηκε πως έκλαιγε. Έκανε κρύο κι έβρεχε κι όλα ήσαν μαύρα και βαριά. Ο τόπος  είχε αγριέψει, όλα τα σκέπαζε ο φόβος. Η λέξη πόλεμος βούιζε πέρα ως πέρα στη χώρα, έμπαινε μέσα στις καρδιές και τις θέριζε, τις έσκιζε. Τη νύχτα στο κρεβάτι μου στο σπίτι της θείας, έκλαιγα σιγά-σιγά.

  Έκλαιγα για τον παπούλη μου.Δεν τον ξαναείδα πια το γέρο-Θανάση τον πολυαγαπημένο μου παπούλη, ούτε κανείς άλλος μου είπε ποτέ  παραμύθια. Δεν είχα όρεξη ν΄ακούω παραμύθια ούτε κανείς είχε όρεξη να λέει. Ήξερα πια πολλά. Είχα δει τον πόλεμο με τα μάτια μου. Ποιός δράκος και ποιό θεριό μπορούσε να συγκριθεί σε φρίκη με τον πόλεμο και ποιός πρίγκιπας και ποιά νεράιδα μπορούσαν να συγκριθούν με την ειρήνη.

  Τώρα είμαστε στην Αυστραλία μετανάστες. Έχουμε γνωρίσει τη ζωή. Ξέρουμε ότι τα παραμύθια είναι για τα μικρά παιδιά, η ιστορία για τους μεγάλους. Κι όμως εμάς μας έμαθαν την ιστορία τότετότε που είμαστε παιδιά.

  Να μια ιστορία. Αρχίζει σαν παραμύθι. Μια φορά κι έναν καιρό πέρα μακριάμακριά στην Αυστραλία ζούσε ένας Έλληνας που όταν άρχιζε να μιλήσει , μόλις άνοιγε το στόμα του έλεγε:

  Που λέτε, λοιπόν, φίλοι μου, του χρόνου φεύγω για την πατρίδα, δεν αντέχω άλλο, θα τα μαζέψω κι όπου βγει κι έχουν περάσει χρόνια και χρόνια από τότε κι ακόμα λέει το παραμύθι.  

                                                   της Ιωάννας Λιακάκου  

 

           Από το βιβλίο,   τα ίδια σχεδόν, Εκδόσεις Τσώνη



Ιωάννα Λιακάκου

Βιογραφικό σημείωμα

Η Ιωάννα Λιακάκου ήρθε μετανάστρια στην Αυστραλία το 1958. Κατάγεται από το Αίγιον και είναι κόρη του Παναγιώτη Νικολόπουλου και της Ελένης Γκαδόλου.

Από παιδί έδειξε αγάπη για τα βιβλία.

Ζει στη Μελβούρνη, στο Νόρβκοτ με τον άνδρα της και τα παιδιά τους.

Γράφει Ποίηση και Πεζογραφία. Εργάτης έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε Ανθολογίες.

Η Αιακάκου το 1992 τιμήθηκε με διάκριση στον τομέα Γραμμάτων από τον Αυστραλο-Ελληνικά Σύνδεσμο ΗβΗβηιο.

Για το γράψιμο πιστεύει ότι είναι έργο διανοητικής λειτουργίας και ψυχικής κατάστασης και είναι αποτέλεσμα καταπίεσης κοινωνικής, οικογενειακής ή ατομικής. Το άτομο και μόνο του μπορεί να συνθλίβεται, λόγω της ιδιαιτερότητας της φύσης του στις συμπληγάδες των συλλογισμών και των αντίρροπων αισθημάτων και σκέψεων.

Το γράψιμο είν' ένα γεφύρι για ν' ανταμώσουμε

 

 
 
 
 
 
Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info