ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            






GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above

 

ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ

 

  

ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΦΙΛΟΙ
 
Ελάτε να γίνουμε φίλοι.
Σας καλεί το βιβλίο αυτό.
Ελάτε να γίνουμε φίλοι,
και έχω πολλά να σας πω.
 

Ελάτε να γίνουμε φίλοι.
Ταξίδι μαζί να γυρίσουμε.
Ελάτε να γίνουμε φίλοι,
κόσμο,ζωή,να αγαπήσουμε.
 
Ελάτε να γίνουμε φίλοι.
Μ'αγάπη πολλή στην καρδιά.
Ελάτε να γίνουμε φίλοι,
σε εσάς το φωνάζω παιδιά.
 
 Ελάτε να γίνουμε φίλοι.
Τη γλωσσά μας να μιλήσουμε.
Ελάτε να γίνουμε φίλοι,
ποιοι είμαστε να γνωρίσουμε.
 
Ανδριάνα Καραμήτρου.



 

ΘΕΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΨΕΜΑΤΑ
 
 Θέματα χωρίς ψέματα,
απ'της ζωής τα ρέματα.
Θέματα που ζούμε όλοι,
στης ζωής το περιβόλι.
 
 Θέματα καθημερινά,
θέματα γιορτινά.
Θέματα που απασχολούνε,
θέματα που αφορούνε.
 
 Αληθινά θέματα.
Χωρίς ψέματα.
Θέματα λεγόμενα στα ίσια,
δίχως αλλαγές και παραμύθια.
 
Λίγα απ'όλα για όλους,
 απ'τους ανθρώπινους πόνους.

Χαρές,λύπες και αγάπες,
στης ζωής της αυταπάτες.
 
Της ζωής τα σκαλοπάτια,
που δεν μοιάζουν με παλάτια,
μια φορά θα τ'ανεβούμε,
 πάμε μπρός και δε γυρνούμε.

Ανδριάνα Καραμήτρου.

Reproduced with the permission of author ANDRIANA KARAMITROU

ee

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ 

Ο ήλιος ήταν χλωός εκείνο το εσηέρι. Στον ορίζοντα έβλεπες, θαπά ζωγραφισένα τα ακρινά βουναλάκια. Τα αποχαιρετούσα, ε ένα ελαγχολικό βλέα. 'Ηταν τα βουναλάκια, που έβλεπα να κρύβουν τον ήλιο κάθε απόγευα. Και αυτός ε τη σειρά του, στόλιζε την κάθε κορυφή τους ε ια χρυσή πορντούρα. Ο απέραντος κάπος των Σερρών, απλωένος προστά ου ως αυτά τα ακρινά γκρίζα απ' την απόσταση, βουνά. 'Ηταν καφεπράσινος ο κάπος γεάτος χωράφια που διαχωριζόταν ε αέτρητα στενά δροάκια. Κάθε άνοιξη, γινόταν κατακόκκινος από παπαρούνες, και οσχοβολούσε χαοήλι και ρίγανη, που φύτρωνε δίπλα στα δροάκια. Τα αέτρητα δένδρα, συκιές, δαασκηνιές, βερυκοκκιές, ουριές, πλατάνια, καβάκια, βαλανιδιές και πολλά άλλα. Παλεύοντας ε τ' αγέρι κουνώντας ελαφρά τις κορφές τους, λες και ' αποχαιρετούσαν κι' αυτά.

Στεκόουν ασάλευτη και κοιτούσα, ψηλά πάνω στο λοφάκι, δίπλα στο σπίτι της γιαγιάς Ανδριανής.

Σ' εκείνο το λοφάκι που τραβούσε σαν αγνήτης, πολλούς χωριανούς κάθε απόγευα να θαυάσουν το ηλιοβασίλεα! Έσυρα το βήα ου σιγά. Τα πόδια ου τα ένιωθα βαριά λες και ήταν κολληένα στο δάπεδο, και δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Με ξεούδιασε όως απ' τον λήθαργο η φωνή της ητέρας ου. Έλα να αποχαιρετήσεις κι' εσύ παιδί ου, πρέπει να βιαστούε να τους αποχαιρετήσουε όλους και να πάε στη στάση, πριν περάσει τολεωφορείο. Εντάξει έρχοαι ητέρα της είπα. Σαννα κατάλαβε η ητέρα ου τι σκεφτόουν και βάζοντας το χέρι της στον ώο ου, ου είπε: Μη στενοχωριέσαι παιδί ου, σε λίγα χρόνια θα γυρίσουε πάλι πίσω.

Ναι, ητέρα της είπα ελαγχολικά. Στο υαλό ου όως, ξεπηδούσαν πάρα πολλά ερωτήατα. Θα τα καταφέρουε να γυρίσουε σε λίγα χρόνια; Πώς θα είναι άραγε εκεί στην τόσο - τόσο ακρινή Αυστραλία; Θα γείζουν οι κάποι της ε κατακόκκινες παπαρούνες, όπως εδώ; Θα οσχοβολάει ο αέρας ρίγανη, και χαοήλι; Θα ευωδιάζουν τα ζουπούλια και τα γιασειά; Τι απόφαση κι' αυτή, να φύγουε τόσο ακριά, και πώς θα είναι εκεί άραγε; Τι θα βρούε;

Στης γιαγιάς το σπίτι ήταν όλοι αζεένοι στην αυλή. Αισθάνθηκα, σαν να ήουν σε κηδεία, γιατί όλοι κλαίγανε. Προχωρήσαε όλοι αζί έξω απ' την αυλή της γιαγιάς, ανεβήκαε την ανηφοριά προς το ύψωα, εκεί που βρισκόταν το εκκλησάκι του Άη-Γιάννη, δίπλα στο υδραγωγείο. Έτρεξα προς το εκκλησάκι, ήθελα να το ξαναδώ ακόα ια φορά προτού φύγω! Έτσι κατάλευκο καθώς ήταν και περιτριγυρισένο ε εγάλα πλατάνια. Στάθηκα και το κοίταξα. Μπήκα έσα. Τα καντηλάκια ήταν όλα αναένα. Φίλησα ία - ία, όλες τις εικόνες όπως συνήθιζα. Η υρουδιά απ' τα καντήλια ε έκανε να νιώσω αγαλίαση. Έκανα την  προσευχή ου, παρακαλώντας το Θεό να φθάσουε καλά στον προορισό ας. Βγήκα κάνοντας το σταυρό ου. Έξω όλοι αποχαιρετιόντουσαν. Άρχισα κι' εγώ να αποχαιρετώ τις θείες ου, τους θείους, τη νουνά ου, που το σπίτι της είναι δίπλα στης γιαγιάς ου και ήταν εκεί εκείνη την ώρα, για να ας αποχαιρετήσει.

Αγκάλιασα ε πόνο τη γιαγιά ου Ανδριανή. Την άλλη ου γιαγιά και τον παππού, τους γονείς της ητέρας ου τους είχαε αποχαιρετήσει πιο προστά αζί ε τις άλλες θείες ου, τις αδερφές της ητέρας ου που είχαν έρθει ε τις οιγοκένειές τους, στο σπίτι ας να ας αποχαιρετήσουν. Ήταν και εκεί ια άλλη τραγωδία.

Συνέχισα να αποχαιρετώ. Μετά από τη γιαγιά ου, τη ητέρα του πατέρα ου που έκλαιγε συνέχεια και ας φιλούσε, θυάαι είχα αποχαιρετήσει, και όλους τους γειτόνους της γιαγιάς που είχαν αζευτεί κοντά ας. Όλοι είασταν πολύ λυπηένοι. Στα αυτιά ου ήρθαν τα λόγια κάποιας γειτόνισσας που είπε, ο ζωντανός χωρισός, παρηγοριά δεν έχει, είναι χειρότερος, κι' απ' το θάνατο.

Η γιαγιά αγκάλιαζε και ξαναγκάλιαζε τον πατέρα ου ε σπαραγό. Όταν τους χαιρετήσαε όλους προχωρήσαε, κάναε την προσευχή ας έξω από το εκκλησάκι του Άη-Γιάννη, και αρχίσαε να κατηφορίζουε, το στενό ονοπάτι που βγάζει προς την πλατεία του χωριού. Εκείνο όως που έεινε στη νήη ου, γιατί ου έκανε εντύπωση ήταν που ξαφνικά, ο πατέρας ου σταάτησε και έτρεξε πίσω ξανά στη ητέρα του και την ξαναγκάλιασε, λέγοντάς της, - Έλα άνα να σ' αγκαλιάσω ακόα ία φορά, πορεί να ην σε ξαναδώ. (Όπως και έγινε.) Της γιαγιάς το βλέα γέισε ανησυχία. Γιατί ου το λες αυτό παιδί ου; γιατί; ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον πατέρα ου!

Τίποτα άνα, αλλά να τόσο ακριά θα πάε και προσπαθούσε να καθησυχάσει τη γιαγιά ο πατέρας ου. (Δεν νοίζω όως πως τα κατάφερε.) Με όλα αυτά, τελικά τους χαιρετήσαε, και κατεβαίνοντας προς την πλατεία του χωριού κουνούσαε τα χέρια ας χαιρετώντας τους δικούς ας που αφήναε πίσω. Ήταν η πρώτη φορά που είχα δει τον πατέρα ου να κλαίει.

Φτάσαε στην πλατεία. Τα καφενεδάκια ήταν γεάτα ε συγχωριανούς. Μαζί τους και ο παπάς του χωριού, που ήταν και χωριανός ας. Του φιλούσαε το χέρι, καθώς ας έδινε την ευχή του. Γύρισα το βλέα ου, προς την εκκλησία που ορθωνόταν κατάλευκη, και φάνταζε προστά ας, ε τις όορφες εγάλες καάρες που στολίζαν την προστινή της όψη, περιτριγυρισένη ε τον κατάλευκο περίγυρό της! Αρχοντική εκκλησιά! Σκέφτηκα. Κοιτούσα τα πάντα γύρω ου ήθελα να τα χορτασω. Προχωρήσαε προς τα δυο περίπτερα που βρισκόντουσαν στην πλατεία .. Χαιρέτησα την κυρία Αναστασία, που είχε ένα από τα περίπτερα. Πήγαινα καιία φορά, της έκανα παρέα, και ου έδινε ία καραελίτσα. Καλό ταξίδι, και ε το καλό να ξανάρθετε πίσω, ας ευχόντουσαν όλοι. 

Προχωρήσαε και συναντήσαε και τα άλλα καφενεδάκια. Εδώ, πίσω απ' αυτά βρίσκεται το δικό ας σπίτι. Γλύστρησα κρυΦά από όλους και

                      έτρεξα από το στενό ονοπάτι ως το σπίτι ας. Λαχανιασένη σταάτησα ε έκπληξη. Έφερα το χέρι ου στο στόα σαν το αντίκρυσα, για να πνίξω την κραυγή που ήθελε να βγει από τα χείλη ου. Μέσα ου γινότανε ια πάλη που ξέσπασε σε κλάα. Τα δάκρυα ου κύλησαν στα άγουλά ου καθώς είδα τις καρφωένες λααρίνες που ήταν στα παράθυρα. Έοιαζετόσο έρηο, τόσο εγκατελειένο.

Τώρα κατάλαβα γιατί ο πατέρας είχε είνει πίσω και ήρθε ετά από εάς στο σπίτι της γιαγιάς Ανδριανής για να αποχαιρετήσει. Ήθελε να καρφώσει τις λααρίνες την τελευταία στιγή γιατί δεν ήθελε να τις δούε εείς. Πού να ήξερε ότι εγώ θα γλυστρούσα κρυφά και θα ξαναπήγαινα. Θυάαι, πληγώθηκε η παιδική ου καρδιά τότε πολύ, βλέποντας το σπιτάκι ας έτσι ε εκείνες τις γκρίζες λααρίνες που του δίνανε ια πένθιη όψη. Ήξερα όως πως δε γινόταν κι' αλλιώς. Με ένα κόπο στο λαιό ψιθύρισα. Πότε θα σε ξαναδώ ικρό ου σπιτάκι; Πότε θα ξαναφάω δαάσκηνα από αυτή τη δαασκηνιά; Πότε θα ξαναπαίξω σ' αυτή την αυλή; Χάιδεψα την κληαταριά και ' ένα στερνό πονεένο βλέα το αποχαιρέτησα. Δεν είχα πει τίποτα σε κανέναν, ότι είχα δει τις λααρίνες καρφωένες στα παράθυρα του σπιτιού ας. Δεν ήθελα να πληγώσω τον πατέρα ου, και τώρα είναι η πρώτη φορά που το λέω.

Έτρεξα βιαστικά πίσω στους γονείς ου και στον αδερφό ου. Δεν ήθελα να καταλάβουν πως έλειπα. Για πρώτη φορά δε ε στενοχωρούσε, αν φαινόταν τα άτια ου κλαένα γιατί όλοι κλαίγανε κι' έτσι δε θα ε ρωτούσε κανείς γιατί κλαίω, κάτι ήταν κι' αυτό. Γύρισα κοντά στους δικούς ου. Γινότανε χαός εκεί πέρα στα καφενεδάκια. Πού να παίρνανε είδηση πως έλειπα εγώ; Είχε αζευτεί πολύς κόσος, είχανε έρθει και οι άλλες τρεις οικογένειες που φεύγαε αζί. Είασταντέσσερις οικογένειες από το χωριό ας που φεύγαε την ίδια έρα, ε το ίδιο καράβι, για την Αυστραλία. Κρατώντας τα αντήλια όλοι τους, σκούπιζαν τα δάκρυά τους καθώς αποχαιρετούσαν τους δικούς τους. Πρέπει να αρχίσουε να ανεβαίνουε προς τη στάση, ζυγώνει η ώρα για το λεωφορείο, άκουσα τον πατέρα ου να λέει, σηκώνοντας τις βαλίτσες ας, που τις είχαε αφήσει σε ια γωνία έξω σε ένα από τα καφενεδάκια.

Στη στάση το λεωφορείο δεν άργησε να έρθει. Καθώς έκανε την εφάνισή του πίσω από την στροφή, νάτο! έρχεται! Φώναξαν όλοι. Έεινα ακίνητη για λίγη ώρα. Φεύγουε σκέφτηκα. Το καρδιοχτύπι εγάλωσε. Γιατί πρέπει να φύγουε; γιατί; ε την παιδική ου σκέψη δεν πορούσα να δώσω απάντηση σ' αυτό το ερώτηα. Το όνο που ήξερα ήταν ότι πονούσα, πολύ πονούσα, που αφήναε πίσω το χωριό ας και την πατρίδα ας.

Το λεωφορείο σταάτησε προστά ας. Άνοιξαν οι πόρτες και άρχισαν να κατεβαίνουν επιβάτες, συγχωριανοί ας που έρχονταν από έξω. Την ίδια ώρα οι γονείς ου προσπαθούσαν να φορτώσουν τις βαλίτσες στο λεωφορείο.

 Σαν κατέβηκαν όλοι ανεβήκαε εείς, ανοίξαε τα παράθυρα και χαιρετούσαε τους συγχωριανούς ας που είχαν περικυκλώσει το λεωφορείο, φωνάζοντας και κουνώντας τα χέρια. (Δεν τους ξανάδα από τότε πια). Στα αυτιά ου όως ακόα αντηχούν οι φωνές τους. Γεια σας, στο καλό, χωριανοί

Το λεωφορείο ξεκίνησε. Σιγά στην αρχή, και ετά ανέπτυξε ταχύτητα, αφήνοντας πίσω θλιένα, δακρυσένα, πρόσωπα. Περνούσαε τώρα, προστά από το σχολείο. Ήταν και ελπίζω να είναι ακόα το οορφότερο σχολείο που είδα ποτέ. Χτισένο ε γκρίζα εξάγωνη σκαλιστή πέτρα. Μέσα σε ια τεράστια αυλή, ε ωραιότατους κήπους γεάτους τριαντάφυλλα, εγάλα τριαντάφυλ/α και σε πολλά - πολλά χρώατα, που τα γέιζε δροσιά, το εγάλο συντριβάνι που βρισκόταν στη έση του κήπου. Απ' τη ια εριά ο κήπος ε τα λουλούδια, κι' απ' την άλλη ο λαχανόκηπος ε κάθε λογής λαχανικά της εποχής. Τους κήπους τους χώριζε ένας πολύ φαρδύς διάδροος στολισένος στις άκρες του ε κοφτή πρασινάδα, σαν φράχτης, που συνέχιζε γύρω- γύρω, και τους διαχώριζε. Στις άκρες των κήπων υπήρχαν, ακακίες και πεύκα για σκιά. Πέρα από τους κήπους απλωνόταν φαρδύ - πλατύ το εγάλο προαύλιο που σε ια απ' τις γωνίες του φιλοξενούσε ένα ικρό εξωκκλήσι ε ένα λευκό αράρινο σταυρό στην κορυφή του. Στα διαλείατα πηγαίναε κι' ανάβαε το καντηλάκι.

Το σχολείο, οι κήποι, το φαρδύ - πλατύ προαύλιο, το εκκλησάκι, οι βρύσες ε το γάργαρο νερό, ήταν όλα περιτριγυρισένα από έναν όορφο χτισένο φράχτη. Από έσα από το φράχτη ήταν φυτευένεςπασχαλιές. Κάτι πολύ όορφα δενδράκια που γέιζαν ε απαλό, ωβ χρώα λουλούδια που κρέονταν σαν σταφύλια και οσχοβολούσαν. Θυάαι, που καθόουν απολαβάνοντας στον ίσκιο, την ευωδιά που σκορπίζαν αυτά τα όορφα ωβ λουλουδιένια σταφύλια, απ' τις πασχαλιές. Τόσο πολύ τα αγάπησα αυτά τα λουλούδια, που ε συντροφεύουν στη ζωή ου ως σήερα.

Η Πασχαλιά είναι δένδρο ευλογηένο από την Παναγία.

Ο λαός λέγει ότι όταν σταυρώσαν τον Χριστό, η Παναγία που οιρολογούσε συνέχεια για το σπλάχνο της, τον ονάκριβο γιο της, ήταν πολύ πι κραένη, ταλαιπωρη ένη και τσακισένη, από τον πόνο και το κλάα. Περπάτησε λίγο και κάθισε να ξαποστάσει κάπως, κάτω από τη σκιά ενός δένδρου, που τα κλαδιά του ήταν γεάτα από φύλλα, α όχι ανθούς. Δεν άνθιζε ποτέ. Κουρασένη καθώς ήταν αποκοιήθηκε. Το δένδρο τότε άρχισε να ρίχνει σιγά - σιγά όλα του τα φύλλα και να σκεπάζ~ι απαλά - απαλά .την Π~ναγία για να τη ζεστάνει . Οταν ετά από ώρα ξυΠVησε η Παναγια αντικρισε το δένδρο ε χωρίς τα φύλ/α όνο ε γυνά κλαδιά, απόρησε για ια στιγή. Μα σαν είδε όλα του τα φύλλα να τη- σκεπάζουν και να τη ζεσταίνουν, το ευλόγησε λέγοντας. Να είσαι δένδρο ευλογηένο και οσχοβοληένο. Με την ευλογία της Παναγίας το δένδρο γέισε ξανά από καταπράσινα φύλλα και άνθισε για πρώτη

φορά. Ονοάστηκε Πασχαλιά. Είναι η ευλογηένη Πασχαλιά ε τα οσχοβοληένα εκείνα λουλούδια που ανθίζουν το Πάσχα.

Βλέποντας το πανέορφο σχολείο ου, σήκωσα το χέρι ου και το αποχαιρέτησα, σαν να ήταν δυνατόν να ε καταλάβει.

Σιγά - σιγά βγαίναε από το χωριό, αποακρυνόασταν γρήγορα. Τώρα από το παράθυρο του λεωφορείου έβλεπα ολόκληρο το χωριό πόσο όορφο ου φαινόταν, έτσι χτισένο στους πρόποδες του ψηλού βουνού Παγγαίου, και επάνω στο ικρό λόφο. Βλέποντας και το βουνό Παγγαίο, να υψώνεται τεράστιο, πίσω από το χωριό ας, σαν αστραπή πέρασαν από τη σκέψη ου, οι εκδροές που κάναε σ' αυτό. Τα βοσκοτόπια, το δάσος ε τις φράουλες, τις βρυσούλες ε τα κρυστάλλινα νερά, τα τόσο παγωένα που αν έριχνες καρπούζι έσα στο νερό, σχιζόταν, από το πολύ κρύο. Τις κούνιες που κάναε όταν πηγαίναε εκδροή στις Δαασκηνιές, και στη Λεύκη. Τι ιστορία κρύβει αυτό το βουνό! Έχει ένα δικό του κόσο εκεί πάνω! Πόσους αιώνες στέκεται εκεί; Πόσες ανθρώπινες ιστορίες θα γραφτήκανε εκεί; Και προπαντός σε χρόνια πολέου. Πόσα έρη απάτητα! Θυάαι ια φορά που χαθήκαε ε την οικογένειά ου ψάχνοντας ια οάδα από οικογένειές που είχαν πάει εκδροή και θέλαε να πάε κι ' εείς στην παρέα τους. Χάνοντας όως το δρόο περάσαε από κάτι στενά δροάκια, πολύ ψηλά έσα σε χαράδρες, και τι χαράδρες, ας είχε κοπεί η ανάσα απ' το φόβο! Εχαε αζί ας και ζώα, ένα άλογο και ένα γαϊδουράκι. Πώς περάσαε από εκεί κι' εγώ δεν ξέρω! Ήταν τόσο στενά τα δροάκια, και από τη ια εριά, έβλεπες κάτω ια ατελείωτη χαράδρα. Ήταν ία επειρία που δε θα την ξεχάσω ποτέ. Αν έπεφτε πέτρα στον γκρεό, ή την άκουγες ετά από ώρα, ή καθόλου.

.                   -

Εκείνα όως τα απάτητα έρη, ήταν σκέτη ζηλευτή άγρια οορφιά.

Ήθελες να γίνεις πουλάκι, και να τα σεργιανήσεις όλα. Βρήκαε τελικά την παρέα και όλοι αζί πήγαε και είδαε κάτι γαλαρίες παλιές στις οποίες κρυβόνταν παλιά πολειστές. Στους τοίχους υπήρχαν χαραγένες γραές που ετρούσαν τις έρες. Πάνω από τις γαλαρίες ήταν πολείστρες κάτι ισογκρεισένα σπιτάκια, ε πολλά - πολλά ικρά παραθυράκια γύρω - γύρω, που θύιζαν πόλεο.

Είδαε και την Πλασταριά ψηλά στην πλαγιά του βουνού, που φαίνεται σχεδόν από όλο το χωριό, σαν σηαδούρα. Η Πλασταριά είναι ένα τεράστιο έρος. Το έγεθος του είναι 3 - 4 στρέατα περίπου, χωρίς πράσινο. Δεν υπάρχουν δένδρα, ούτε κλαδιά και είναι όλο πέτρα, εγάλα και ικρά γκρίζα βράχια, που στέκονται εκεί για αιώνες. Φτιαγένα από τη φύση, αζί ε το βουνό. Έχει αυγοειδές σχήα, ε δύο στρογγυλές προεκτάσεις.

Εγώ νόιζα έτσι που το έβλεπα από το χωριό, πως ήταν ένα ικρό σηαδάκι στο βουνό. Όταν πήγα όως εκεί κοντά, είδα ότι ήταν τεράστιο και σκέπαζε την πλαγιά. Φαινόταν από πολύ ακριά. Οι συγχωριανοί ου το ονόασαν Πλασταριά, γιατί έχει σχήα πλασταριάς, εκείνο το πλατύ στρογγυλό ξύλο που βάζανε επάνω του τη ζύη και ανοίγανε φύλλο για πίττες. Υπάρχει και ένα φρούριο πιο ψηλά που εγώ δυστυχώς δεν πήγα.

Το λεωφορείο τρέχει. Μαζί του και οι σκέψεις ου. Παίρνοντας ου ακριά από το Μικρό Σούλι, από αυτό το ικρό χωριουδάκι που αγάπησα τόσο πολύ. Και δεν πορεί να ου το αποακρύνει τίποτα από τις σκέψεις ου, κι' από την καρδιά ου. Γιατί αυτό το χωριουδάκι, είναι ο τόπος που γεννήθηκα, είναι η πατρίδα ου. Από αυτό κατάγοαl. Από αυτό κατάγονται οι γονείς ου. Από αυτό κι' οι παππούδες ου, οι πρόπαππούδες ου, και βάλε, και βάλε και βάλε. Σ' αυτό είναι οι ρίζες ου σ' αυτό το ικρό χωριουδάκι, που πίσω απ' το θολωένο βλέα ου το έβλεπα τώρα, να αποακρύνεται.

Φεύγαε - φεύγαε, ε ταχύτητα. Το χωριουδάκι ου άρχισε σιγά - σιγά, να ικραίνει, να ικραίνει, όσπου έγινε ια ικρή λευκή γραούλα, που ξαφνικά κρύφτικε πίσω από ένα λοφάκι, κι' ήταν αδύνατον να το δω πλέον, από το παράθυρο του λεωφορείου. Ένιωθα εγάλη συγκίνηση, τα πόδια ου δε ε κρατούσαν όρθια πια, λύγισαν και σωριάστηκα στη θέση ου. Τα θολωένα απ' τα δάκρυα άτια ου, σκέπασαν το βλέα ου σαν λεπτή υφαντή κουρτίνα. Τα άγουλά ου τα αισθανόουν φλογlσένα, κι' ένας ψίθυρος ξέφυγε από τα χείλη ου:

Αντίο Μικρό Σούλι. Αντίο χωριουδάκι ου. Θα σ' αγαπώ πάντα. 


          
Reproduced with the permission of author ANDRIANA KARAMITROU


 

Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info