It smells like gαrlic (Μυρίζει σκόρδο) γράφει η  Λούλα Παπαζώη  




GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above




 Hellenes around the Globe




Βρισκόμαστε στο μήνα Δεκέμβρη 1962 καλοκαίρι στην Αυστραλία.  Ημέρες των εορτών των Χριστουγέννων, ημέρες νηστείας, προσευχής και κάθε προετοιμασίας για τη γέννηση του Θεανθρώπου.

Τα μαγαζιά έχουν στολίσει τις βιτρίνες τους με τα χριστουγεννιάτικά τους, το ένα καλύτερο από το άλλο, να προσελκύσουν όσο μπορούν περισσότερο τους πελάτες.

Με πόση χαρά και λατρεία περιμένουν οι Χριστιανοί αυτή τη μεγάλη ημέρα! Σε όποιο μέρος της γης και αν βρίσκονται. Έτσι και εμείς εδώ στην σχεδόν  άγνωστη τότε χώρα Αυστραλία και ειδικά στη Μελβούρνη, όπου ζούσαμε και ζούμε. 

Τις περιμένουμε με χαρά, πίστη και κατάνυξη. Πώς, όμως, να νιώσεις Χριστούγεννα με 35 βαθμούς θερμοκρασία; Ή και 40 πολλές φορές; Πώς  να αισθανθείς Χριστούγεννα δίχως χιόνια;  Χωρίς τα κρύσταλλα, στις στέγες των σπιτιών, στις κεραμοσκεπές, που έμοιαζαν σαν πασχαλιάτικες λαμπάδες;

Το περιστατικό που θα σας διηγηθώ συνέβη στη Μελβούρνη το 1962. Είχαν περάσει πέντε χρόνια από την ημέρα που έφυγα από την πατρίδα μου, τη μάνα Ελλάδα.  Αποχαιρετώντας λοιπόν, με πόνο και δάκρυα το αγαπημένο μου χωριό, το όμορφο Καλονέρι, τα πολυαγαπημένα μου πρόσωπα, πατέρα, αδέλφια, συγγενείς και φίλους και κείνο το φτωχό μου παλατάκι που έκρυβε τόσες αναμνήσεις για μένα, πήρα και εγώ το δρόμο της ξενιτιάς.

Τα άρπαξα όλα αυτά με γερακίσια ματιά και τα αμπαροκλείδωσα στο σεντούκι της ψυχής μου.  Μαζί με όλα αυτά έφερα κοντά μου και τα ιδανικά μου, τα ιδανικά κάθε Ελληνίδας. Πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια. Προσπαθούσα να τα διαφυλάξω σαν κόρη οφθαλμού. Θέλαμε ακόμη μερικές εβδομάδες για τα Χριστούγεννα. Χαιρόμασταν  που σε λίγες ημέρες θα παίρναμε και την άδεια μας θα κλείνανε τα εργοστάσια για τέσσαρες εβδομάδες δηλ. θα είχαμε τα holidays μας, τις θερινές διακοπές μας.

Εργαζόμουν τότε στη βιοτεχνία ρούχων, ράβαμε το ρουχισμό για το στρατό της Αυστραλίας και όχι μόνο. Στα στρατιωτικά όπως τα λέγαμε. Η πλειοψηφία των εργατριών ήταν μετανάστριες Ελληνίδες και άλλες εθνικότητες. Ήταν παραμονές της Αγίας Βαρβάρας, νήστευα για να μεταλάβω καθώς και όλη η οικογένεια μου.

Αν και έχασα τη μητέρα μου στα οχτώ μου χρονάκια δεν έχασα όμως τις συμβουλές της και ό,τι  μου είχε μάθει προπαντός για τη θρησκεία μας. Θυμάμαι μας νήστευε ακόμη και από τις ελιές όταν θα μεταλαβαίναμε  λες και τρώγαμε τα κρέατα και τα λίπη. Φτώχεια, καταραμένη φτώχεια.  Ο ένας πόλεμος μετά τον άλλον. Πέντε κουτσούβελα, εφτά στόματα, εφτά στομάχια να γεμίσουν.

Ας γυρίσω πίσω στα Χριστούγεννα του εξήντα δύο.

Αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε,  πάντα θυμάμαι αυτή την ημέρα.  Προπαραμονή  της Αγίας Βαρβάρας είχα μαγειρέψει φακές νερόβραστες με μπόλικο κρεμμύδι, σκόρδο, ρίγανη δαφνόφυλλα κ. τ.λ.  Φάγαμε για βραδινό φαγητό, την άλλη μέρα το πρωί έφτασα στη βιοτεχνία που εργαζόμουν αφού χτύπησα την κάρτα μου, πήγα στη μηχανή μου και περίμενα λίγα λεπτά ακόμη για να σημάνει το κουδούνι για να αρχίσουμε δουλειά. Φόρεσα την ποδιά μου ξεσκόνισα λίγο τη μηχανή και έτοιμη για τον αγώνα της ζωής.

Νάσου  λοιπόν η Μπέβ. Η Μπέβ ήταν Αυστραλέζα, μια παράξενη γυναίκα, κουτοφαντασμένη. Εμάς που δεν γνωρίζαμε την γλώσσα, μας θεωρούσε κατώτερα όντα όπως όλοι σχεδόν οι ντόπιοι. Καθόταν δίπλα μου, και πριν ακόμη προλάβει να πει good morning κάτι που σπάνια το έκανε,  It smells like garlic, μυρίζει σκόρδο άρχισε να λέει, μετά από λίγο πάλι τα ίδια. Βρε την αθεόφοβη δεν σταμάτησε όλη την ημέρα. Το βιολί βιολάκι, λες και είχε κολλήσει η βελόνα του γραμμοφώνου.

Δεν σας κρύβω ότι ένιωθα πολύ άσχημα, όλη μέρα να ακούω τα ίδια και τα ίδια αλλά δεν έβγαλα λέξη λες και είχα καταπιεί τη γλώσσα μου.  Όπως  γνωρίζομε  η μυρωδιά του σκόρδου είναι πολύ έντονη και όσο και να βουρτσίσεις τα δόντια πάλι δεν εξαφανίζεται. 

Παρακαλούσα πότε να περάσει η ώρα να φύγω για το  σπίτι μου. Για να μην σας τα πολυλογώ εκείνη η μέρα για μένα ήταν ατελείωτη.

Περάσανε χρόνια αρκετά από τότε. Βλέπεις ο χρόνος είναι τόσο βιαστικός τρέχει και δεν  λογαριάζει  τίποτε. Το μόνο του δώρο είναι οι ρυτίδες που απλώνει στο πρόσωπο του καθενός μας και κείνο το ασήμι που σκορπά απλόχερα στο κεφάλι μας. Ευτυχώς μας αφήνει τις αναμνήσεις, καλές ή κακές.

Και νάσου, λοιπόν, μια μέρα συναντώ την Μπέβ  στην αγορά της περιοχής που μένω. Κρατούσε στα χέρια της ένα ψωμάκι  με σουβλάκι και τζατζίκι και όπως το έτρωγε έσταζε το τζατζίκι  πάνω στη μπλούζα της.

Μόλις την είδα τη γνώρισα καθώς και εκείνη εμένα, την πλησίασα και της λέω. Hi Μπέβ  how are you?. Γεια σου Μπέβ  τι κάνεις; I can see you like the Greek souvlaki with the white sauce. βλέπω ότι σου αρέσει το ελληνικό σουβλάκι με την άσπρη σάλτσα, έτσι το λέγανε το τζατζίκι οι Αυστραλοί τότε, τώρα το έχουν μάθει και γλείφουνε  και τα δάχτυλα τους όταν  το τρώνε. Βut doesnt it smell like garlic;. Αλλά δεν σου μυρίζει σκόρδο; Μιλιά η Μπέβ, της το φύλαγα τόσα  χρόνια και να που ήρθε η ώρα και το έβγαλα από μέσα μου και ξαλάφρωσα  

 

Λούλα Παπαζώη

Reproduced with the permission 
O Logos December 2007/20thEdition
      

  

 

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info