ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            





ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ

 

 

Γκοντεβερεντόμε    

Εικόνες φρίκης από τα παιδικά μου      

Έρμα Βασιλείου  

 

1953...1954... στο Βορειοανατολικό Βελγικό Κονγκό. Ένα χωριό σαράντα χιλιόμετρα βόρεια από τη μικρή πόλη Paulis (η πόλη πήρε το όνομά της από τον Albert Paulis) όπου δεν έφτανε ούτε θεού μάτι. Έκφραση βέβαια αυτή. Μια πόλη που ονομάστηκε αργότερα Ισίρο και που βρίσκεται  ανάμεσα από τα τροπικά δάση και τη σαβάνα. Κι αυτό το χωριό, το Νιακπού, που βρίσκεται στο κέντρο της ζωής μου, σήμερα λέγεται Νανγκάζιζι, και κυριολεκτικά είναι αφημένο στην τύχη του πυκνού δάσους και στο μονοπώλιο του ήλιου να μπαίνει όποτε το ήθελε από τα πυκνά φυλλώματα της ζούγκλας... Στην τύχη του ρατσισμού, του σκληρού κι ασήκωτου ρατσισμού, αλλά ακόμα στην τύχη των ματιών μου που κατέγραφαν από τότε.  

Οι σελίδες που θα παρουσιάσω τις επόμενες εβδομάδες κατόρθωσαν και ξέφυγαν από το χρόνο, τα φυλλώματα του δάσους αλλά και τα φύλλα ενός βιβλίου. Σας βρίσκουν σε ένα άλλο περιβάλλον, μιας εποχής αβάσταχτα αλλιώτικης, για τα τότε δεδομένα μου, αλλά και της χλιδής του διαβάσματος και του στιγμιαίου μόνο ταξιδιού σε κάτι μακρινό και ξένο για σας, και της στιγμιαίας ίσως κρίσης και των ενοχλημένων προς στιγμήν αισθημάτων ορισμένων, για το τι κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο... Γιατί μετά από αυτό το διάβασμα είναι φυσικό να επιστρέψει ο καθείς στην καθημερινή ρουτίνα του εικοστού πρώτου αιώνα, με τον ηλεκτρισμό και το τρεχούμενο νερό και το γιατρό και το τηλέφωνο και τη χλιδή να μιλάμε για όσα δεν ήταν καν όνειρο στο Νιακπού, με τις κίτρινες σελίδες με καταλόγους ονομάτων και προτιμήσεις του ενός ή του άλλου προϊόντος, με τους συγγενείς, τα δικαστήρια και όλα τα άλλα πολιτισμένα, αυτά που υπάρχουν με το πάτημα ενός κουμπιού, και που απολαμβάνω με την ίδια ευκολία, σε σύγκριση με όσα για τον ιθαγενή πληθυσμό του Νιακπού  μεταξύ των οποίων ήμουν κι εγώ (δηλωμένο και αδιαίρετο μέρος) τόσο τότε όσο και σήμερα, να υπήρξαν απίστευτα θαύματα.  

Κι είναι αδύνατο μέσα από τις καθημερινές σελίδες μιας ζωής στα πολλά και συναπτά χρόνια μαρτυρίας της απάνθρωπης για πάντα αυτής εικόνας να βρείτε την όποια λογική στον κόσμο εξήγηση, αυτήν που ψάχνω κι εγώ στην κάθε κακοποίηση του ανθρώπου και στον κάθε εξευτελισμό του ανθρώπινου γένους.   

Τα όσα γίνονταν στον κόσμο μου τότε συνεχίζουν να υπάρχουν και στη μνήμη μου σήμερα έντονα, και δεν φεύγουν με το πάτημα ενός κουμπιού, γιατί είναι δικές μου εμπειρίες, δεν είν’ διαβάσματα ή ακούσματα. Και θέλει να μιλήσει μια ενήλικη σήμερα, και να μαρτυρήσει με κάθε λεπτομέρεια γεγονότων κι αισθημάτων τα όσα είδε ένα παιδί που είχε αποφασίσει από τότε για τις μέλλουσες γραπτές μαρτυρίες του...   

Υπήρχε ένα άτομο, που είχαν οι Βέλγοι σε κάθε εταιρία πολλές φορές και οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες και κυκλοφορούσε ανώνυμα, κάτι σαν καταδότης. Κανείς δεν ήξερε το ρόλο του που ήταν πάντα σκοτεινός γιατί πρόδινε ό,τι γινόταν. Για προστασία, έλεγαν. Για να γίνει καλύτερος ο άνθρωπος έλεγαν. Γιατί ...χίλια γιατί εκτός από ένα, αυτό της ανοχής και κατανόησης. Μεμιάς έστελναν τους παλιοπολισιέδες τους οι Βέλγοι, και η μέρα τελείωνε με μαστίγωμα. Το μαστίγιο το λέγαν matraki από το γαλλικό matraque (a club, a cudgel) και fimbo οι ιθαγενείς.  Και με βρισιές βελγικές, το γνωστό «godverdomme» «γκοντβερντόμ» και το ακόμα πιο γνωστό «sapristi» «σαπριστί» χαρακτηριστικές εκφράσεις και σήμερα στο Βέλγιο, έριχναν τον εργάτη στο χώμα με το πρόσωπο κάτω και τα χέρια δεμένα πίσω. Το godverdomme, κάτι σαν το God damn στα Φλαμανδέζικα, ακόμα και οι ιθαγενείς του δάσους το είχαν ξεσηκώσει και το έλεγαν με τον δικό τους τρόπο «γκοντεβερεντόμε».  

Ξέντυμα πρώτα και ύστερα ματράκι, μαστίγιο... μέχρι να βγει η απόδειξη πως πήρε το μάθημά του ο «ένοχος», να βγει αίμα από το μαστίγωμα. Να βγει η ψυχή!  

Δικοί μας και ξένοι παίρνανε τον κλέφτη για το τίποτε στην ngbanga, στο δικαστήριο. Ας του δινόταν μια καλή νότα συμμόρφωσης και μια και δυο φορές. Αυτό χρειαζόταν. Ευελιξία. Συχνά το μαστίγωμα γινόταν έξω από το μαγαζί μας γιατί ήταν σε κεντρικό σημείο, εκεί που ήταν η αγορά. Άκουγα και στον ύπνο μου τις φωνές τους και το κτύπημα του χοντρού αυτού κορδονιού στο σώμα. Και τη νύκτα μ’ έπιανε ένα τρέμουλο που ακόμα με κρατεί. Πώς να μην τους υποστηρίξω; Και πώς να μην δικαιολογήσω το οποιοδήποτε λάθος τους; Παρείσακτη εκεί αλλά δική του δίκιου. Είχα κατορθώσει να κάνω το φόβο μου λύπη και οίκτο και λυπόμουν διπλά. Λυπόμουν διπλά για το ότι τον τιμωρούσαν και πώς τον τιμωρούσαν. Για το ότι προσπαθούσε να κρύψει τα απόκρυφά του γιατί τον ξεγύμνωναν και τον υποχρέωναν σ’ αυτή στην ταπείνωση. Τι πόνος στη μνήμη, διπλός! Και στην ουσία είχα φτάσει στο σημείο να υποστηρίζω ενδόμυχα τον κλέφτη. Όχι την πράξη που έκανε αλλά τον κλέφτη τον ίδιο, και τον προστάτευα με την αντίδρασή μου, για τις πράξεις που έκαναν οι άλλοι στην πράξη του.  

Μα μόνο για λίγο μπορούσα να μείνω στη σκέψη της κλοπής. Είχα ενδόμυχα εφεύρει από τότε την αμνηστία. Είχε ιδρυθεί πριν από την νόμιμη, είχε ιδρυθεί μέσα μου.   

Δεν το μπορούσα να το βλέπω. Ο πατέρας μου με φώναζε πάντα με ό,τι χαϊδευτικό μπορούσε. Με το Γαλλικό μου όνομα Ερμελίν ή το κυπριακό μου Ερμουλλίν, ονόματα που αυτός μου χάρισε. «Ερμελίν μου, πήγαινε μέσα να μη βλέπεις.» Η φωνή του ήταν τόσο παρακλητική, μα δεν την άκουγα. Ήθελα τα μάτια μου και τη μαρτυρία αυτή για ένα άλλο κόσμο που δεν γνώριζα ακόμα.  

Έχανα τη λαλιά μου. Αναγκαζόμουν από ένα μελλοντικό μου προορισμό να τα βλέπω όλα, γιατί γινόταν εκεί, μπροστά από το μεγάλο δέντρο έξω από το μαγαζί και δεν μπορούσε κανένας να το σταματήσει. Ακόμα, το χειρότερο, δεν το μπορούσα πως ορισμένους κλέφτες τους τραβούσαν σ’ ένα μικρό δικαστήριο κοντά στα παλάτια του Ντανγκά, του μαύρου φύλαρχου, κάπου πεντακόσια μέτρα μακριά από το σπίτι μας, για να τους συμμορφώσουν με φίμπο, με μαστίγωμα.  

Αυτή η σκηνή με κυνηγάει. Με παιδεύει. Με λιώνει. Με καταντά άρρωστη. Όχι μόνο για τον άνθρωπο που πλήρωνε, αλλά και την οικογένειά του, τον άνθρωπο εν γένει και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που έλειπε τόσο. Και ιδού άρχιζε μετά από το μαστίγωμα μια άλλη πορεία. Ο πολισιές πάνω στο ποδήλατο, ένα καινούριο ποδήλατο ειδικό για την περίπτωση, κι ο κλέφτης, που κρατούσε από τη ζώνη της καπιτούλας, δηλαδή του κοντού του παντελονιού που τον άφηναν τελικά να φορέσει μετά από τα πολλά παρακάλια του, και που έσταζε αίμα, και με τα μισά του όργανα να κρέμονται από τα πλάγια, να τρέχει με την ίδια ταχύτητα με το ποδήλατο, να τρέχει πιο γρήγορα ο ιδρώτας του, να τρέχει πιο πολύ το αίμα στα πόδια του. Πόσο θα εξευτελιζόταν ακόμα ένας κλέφτης της δεκάρας για κάτι που πήρε χωρίς να πληρώσει γιατί ήθελε να ντυθεί, γιατί ήθελε να φάει...  

Ο άνθρωπος στην τέλεια décadence του. Κατρακύλισμα της αξιοπρέπειας για ένα τόσο μικρό και αναγκαίο, συχνά, λάθος.

Ιδρώτας, αλαφαχτό, και πόνος. Η κλεψιά αυτή για μια μπουκιά φαΐ δεν θα έβρισκε από μένα τιμωρία. Από την ηλικία αυτή  είχα αρχίσει να φορμάρω μια ιδέα, τη δική μου ιδέα για την τιμωρία όπου θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Ανύπαρκτη σχεδόν , δεμένη με τη λογική, τη συνέτιση!   

Ο πατέρας μου με έβλεπε που στεκόμουν ακίνητη κι αμίλητη κι έλεγε λίγο πιο επιβλητικά τώρα, «...μη βλέπεις Ερμελίν, πήγαινε μέσα να διαβάσεις». Μα έβλεπα κι άκουγα και κείνος το ίδιο και ήξερα πως από τα μάτια του η λάμψη θα έφευγε. Είχα δει τόσα. Κι έπειτα, το χωριό ήταν μικρό, τα νέα της σύλληψης έφταναν συχνά στο σπίτι του «δράστη». Ερχόταν τότε ξέντυτη η γυναίκα του, μια και ο άντρας της είχε τόσο εξευτελιστεί, έξαλλη και ματωμένη από πόνο και μαζί μ’ εκείνη και τα μικρά του παιδιά. Κι ακολουθούσαν όλοι αυτή τη σταύρωση κλαίγοντας και λέγοντας. Και ό,τι έλεγε η γυναίκα του στα Μανγκμπέτου (Mangbetu) το επαναλάμβανα σχεδόν υπνωτισμένη. Και όπως έκλαιγε έκλαιγα κι εγώ με τα χέρια στο κεφάλι δεμένα, σαν μαύρη πονεμένη, για έναν κλέφτη που μπορεί να είχε κλέψει και τη μάνα μου πρωτύτερα. Μα κι ακόμα έτσι, το είδα πως έπρεπε να του δοθεί χάρη κι αμνηστία. Κι όπως έτρεχε δίπλα για να φτάσει την ταχύτητα του ποδήλατου, που γινόταν όλο και πιο γρήγορη, στο δρόμο για τα χόρτινα παλάτια του Ντανγκά, με τα εφτά κι οκτώ μου χρόνια όλο πόνο έτρεχα σαν να ήμουν συγγενής του, όσο έτρεχε και η γυναίκα από την άλλη μεριά του ποδήλατου, ακόλουθοι αυτής της απολογίας και της απάνθρωπης τιμωρίας. Και προσπαθούσαμε να φτάσουμε την ταχύτητα του ποδήλατου, και ήταν αδύνατο γιατί πήγαινε πιο γρήγορα από μας. Και ο μαύρος έπεφτε συχνά στο δρόμο και σφηνωνόταν στα λάστιχα και αν τύχαινε να ρίξει τον ποδηλατιστή καταδότη, αυτός θα κατέβαινε για πιο πολύ φίμπο. Και τότε θα έβγαζε τα ρούχα της η γυναίκα του γιατί στο δάσος γυμνοί θέλουν να μένουν οι πονεμένοι... γιατί και με το θάνατο πετούν τα ρούχα τους και πασαλείβονται με λάσπη. Και μια φορά είχα βγάλει και το πουκαμισάκι μου. Μονάχα αυτό. Και δεν μπορούσα να το κάνω το ξεγύμνωμα όλο, γιατί ήμουν δική τους μα όχι δική τους σε όλα. Κι έτρεχαν και τα μικρά του, κλαίγοντας, με τις πρησμένες τις κοιλιές τους και με τα μάτια γουρλωμένα από φόβο, γυμνά κι αυτά. Κι ήταν τόσο άδικο να μην είμαι ολότελα δική τους στον πόνο τους, ολότελα γυμνή. Κι αισθάνομαι τύψεις που δεν μπόρεσα να δείξω με ολόκληρο ξεγύμνωμα το πόσο πονούσα. Μόνο τόσο μπορούσα στα εφτά μου, να δείξω το στήθος ενός παιδιού. Μα το μπορώ το ξεγύμνωμα σήμερα, με το γράψιμο.  

Και ορκιζόμουν από τότε πως θα γινόμουν του δίκιου, ό,τι κι αν γινόταν. Κι έκλαιγαν από φόβο και από πόνο τα μικρά που η μάνα τους ήταν πια γυμνή και που ο πατέρας του έτρεχε με την ταχύτητα του ποδήλατου. Κι έκλαιγα κι εγώ. Και συνέχιζαν να τρέχουν κι αυτά γιατί δεν είχε άλλο δρόμο από το δρόμο που θα έφερνε στη δίκη και στο σκοτεινό δωμάτιο το cachot (prison cell) όπου θα επέστρεφαν ίσως αργά στο σπίτι μ’ ένα σακατεμένο πατέρα, ή χωρίς καθόλου ένα πατέρα. Κάποτε χάναν και το βήμα τους, γιατί ο μπράβος ποδηλατούσε γρήγορα, και το έκανε επίτηδες. Και ο μαύρος έπεφτε τότε στις πέτρες του δρόμου και ματωνόταν κι έκλαιγα κι εγώ σαν φώναζε η γυναίκα του «ο άντρας μου, εεεεεεεε!», «ο άντρας μου, εεεεεεεε!» Κι εκεί σταματούσα να την μιμούμαι γιατί δεν έιχα πια φωνή. Ήταν πνιγμένη. Και η οικογένεια θα έμενε πίσω, και μαζί τους κι εγώ γιατί γινόταν ακόμα πιο γρήγορη και ο πολισιές έπρεπε να δείξει πως έκανε καλά τη δουλειά του μπράβου. Και η κεφαλή της πορείας με το ποδήλατο θα χανόταν από τα μάτια μας, σαν έπιανε τη στροφή. Και η γυναίκα θα καθόταν στη γη γυμνή. Και τα παιδιά θα συνέχιζαν να κλαιν. Και η γυναίκα θα φώναζε «ο άντρας μου δεν είναι κλέφτης» και τα παιδιά θα φώναζαν ίι- γιάο, ίι-γιάο, μάνα μου, μάνα μου. Κι εγώ θα κρατούσα ένα από το χέρι και θα γυρίζαμε πίσω στο χωριό.  

Είχα την έννοια μου στα παιδιά και τη γυναίκα. Κι ακολουθούσα την πορεία με τα πόδια, μέχρις εκεί που μπορούσα να δω, ακούγοντας τη μάνα μου να μου φωνάζει να μην πάω παραπέρα. Πολύ αργά, μάμμα μου. Ήθελα να γνωρίσω τον εξευτελισμό από κοντά, και τα όσα κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο. Σα να ήμουν η οικογένειά του που θα καθόταν στο gbamu, το χόρτινο υπόστεγο, τη νύχτα, να πει τα παράπονά της. Ερχόμουν πίσω με κομμένη την ανάσα. Και δική της οικογένειας του κλέφτη πάντα κοιμόμουν. Τα ροκφόρ και το χαβιάρι και η λακέρδα, και το κάθε καλό θα  μέναν άθικτα.  

Καλύτερη η σιωπή. Δεν θα έλεγα ποτέ όσα έβλεπα. Όχι τόσο γιατί θα γλίτωνε ο δράστης αλλά η οικογένειά του από την άνιση αναμέτρηση, όπου συχνά ο μαύρος πληγωνόταν, έπεφτε στο χώμα και τον παρέσυρε η φόρα, τον τραβούσε στο δρόμο που ήταν ασφαλτωμένος με το ψιλό κέντζι, τις μικρές κόκκινες πέτρες, μη μπορώντας να κρατήσει το ρυθμό του ποδηλατιστή. Η αδικία ξεδιπλωνόταν αλλιώτικη στα μάτια μου. Και δεν ήταν παρά χρόνια μετά που θα καταλάβαινα και θα εκτιμούσα. Τόσες και τόσες φορές διάλεξα να κλείσω τα μάτια μου στην αδικία απέναντί μου. Ήμουν δική της πορείας του μαστιγωμένου, όχι του κλέφτη. {…}  

Σίγουρα θα αισθανόμουν το ίδιο και όταν η αδικία θα έπεφτε πάνω μου αυτή τη φορά σαν την λευκή που ήμουν και από την αντίθετη πλευρά. Αντίποινα; Δε νομίζω. Η λέξη αντίποινα είναι φτιαγμένη σαν το μεγαλύτερο συγχωροχάρτι των αιώνων, ψεύτικη όπως αυτό και υποκριτική. Δεν ήταν αντίποινα. Αλλά υπήρχαν ακόμα κάποια χρόνια για μια τέτοια αποκάλυψη, αν και από τότε δικαιούμουν να ονομάζω τις λίγες κατασταλαγμένες σκέψεις μου σκέψεις ατόμου που βαδίζει αντικειμενικά.  

Τι είναι άραγε το normal world που ζούσαν οι άλλοι; Το να ακούει κανείς και να ενεργεί σύμφωνα με όσα διδάσκονται πως είναι της νόρμας; Το να μοιάζει κανείς με τη νόρμα; Τι γίνεται όταν δεν ανήκει σε καμιά νόρμα; Αυτό το μαστίγωμα μ’ έκανε να μοιράζομαι τον πόνο, σαν ανήκα στο στοιχείο που μαστίγωνε. Και δεν ανήκα ουσιαστικά ούτε στο μαύρο στοιχείο για να βγω να φωνάξω, αλλά ούτε και συσχετιζόμουν με το άσπρο για να αισθανθώ την υπεροχή της δύναμης του εκτελεστή. Άρα, ούτε το θύμα μπορούσα να είμαι φανερά, ούτε ο θύτης ήμουν ποτέ. Για τι με προόριζε η μοίρα; Ήξερα εγώ γιατί. Κάτι έβραζε μέσα μου, έβραζε από τότε στα μικρά μολύβια που κρατούσα.  

Και τη νύχτα η μάνα μου ερχόταν να δει αν κοιμόμουν και το ήξερε πως είχα πάει στην πορεία του κλέφτη και πως όσα κι αν μου έλεγε για να προστατέψει τον ευαίσθητο κόσμο μου δεν θα τα άκουγα. Και το ήξερε πως τα πέλματά μου ήταν κόκκινα από το κένζι και το ιώδιο και θα είχε μια λυπημένη ματιά στο σκοτάδι. Μα κάπου, το ένιωθα, ήμουν και καμάρι της. Θα ξαναπήγαινα στην πορεία του ποδήλατου μέχρι τα χόρτινα παλάτια του Ντανγκά. Γιατί πάντα θα υπήρχαν αδύνατοι και δυνατοί. Και πριν κλείσει τα μάτια για ύπνο η μάνα μου θα ζητούσε να μάθει. «Έφκαλες τσαι το πουκαμισούδιν σου;» Ρητορική η ερώτηση σου, μάνα. Δεν χρειάστηκε ποτέ  καμιά απάντηση.  

Και θα την άκουγα μετά να λέει πριν την πάρει ο ύπνος. Αχ, κόρη Έρμα μου! Κόρη Έρμα μου!  

Θα έμενα άγρυπνη μέχρι το χάραμα να ακούσω αν θ’ άφηναν τον εργάτη από το cachot. Με τις χαρούμενες στριγγλιές θα έτρεχε η οικογένεια να τον προϋπαντήσει το χάραμα και μαζί της όλο το μικρό Νιακπού που μέρος του ήμουν και είμαι πάντα κι εγώ. 

   

Έρμα  Βασιλείου

 

 


 

   

Έρμα Βασιλείου
μεταδιδακτορική ερευνήτρια
Australian National  Unive
rsity

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΡΜΑ



 

 


GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above

Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info