ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            

 

 

Ο Καθρέφτης  

(Μονόπρακτο)  

Σύδνεϋ 2000

Πρόσωπα:

 

Άδωνης                       φοιτητής

Σόλων                         αδερφός του Άδωνη

Ευρύκλεια                  η μητέρα

Θησέας                       αδερφός του Άδωνη και του Σόλωνα

Μία γυναίκα              αορίστου ηλικίας

Ο φύλακας                 νέος άνδρας

Ο ενεχυροδανειστής μεσήλικας

 

   

Εικόνα πρώτη

 

Ο Άδωνης που έχει σηκωθεί μόλις πριν από λίγο, στέκεται μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου και κυττάζεται… 

 

Άδωνης: Διάβολε… Πώς είμαι έτσι σήμερα; Λες κι  είμαι άϋπνος.  

Πλησιάζει το πρόσωπό του στον καθρέφτη περισσότερο και κυττάζεται προσεκτικά.  

Άδωνης: Τα μάτια μου… έχω σακκούλες κάτω από τα μάτια μου.  

Κάνει πίσω συλλογισμένος χωρίς να ξεκολλάει τα μάτια του από τον καθρέφτη.  

Άδωνης: Κι αυτό το σημάδι ανάμεσα από τα φρύδια μου… Δε θυμάμαι πώς έγινε… Ήταν όταν ήμουν πολύ μικρός, λέει η μάνα μου. Κύττα και τα μαλλιά μου στη μέση από το μέτωπό μου.  God! I swear it looks terrible! And my ears?  Look at my ears!  I didn’t notice before. They look so…

Η Φωνή: “funny… man… They look funny… that’s the  adjective!”  

Ο Άδωνης κυττάζει ανήσυχος μέσα  στον καθρέφτη, μετά γύρω του, ύστερα κατευθύνεται ταραγμένος  προς την πόρτα και την ανοίγει ενώ μιλάει μόνος του.  

Άδωνης: Ποιος είναι διάβολε;  Ποιος μιλάει;  

Μη βλέποντας κανέναν, αν και ταραγμένος λέει χαμογελώντας.  

 Άδωνης: Μάλιστα! Για φαντάσου,  εγώ ο ηλίθιος ακούω και φωνές τώρα! Κανείς δεν είναι εδώ, βέβαια!

Η Φωνή: “Και βέβαια δεν είναι κανείς βλάκα!  Ακόμη δεν το πήρες χαμπάρι ότι είσαι ολομόναχος εδώ μέσα;  Εκτός από το δεύτερο εαυτό σου βέβαια! Χα, χα, χα, χα!…. Δεν είναι αστείο;”

Άδωνης: Μα είναι λοιπόν δυνατό αυτό; Να μιλάει ο εαυτός μου σε μένα και να νομίζω… Α!  Για ένα λεπτό… Τι… δηλαδή; Μιλάω και στον εαυτό μου τώρα;  

Είναι πολύ αναστατωμένος.  Πλησιάζει τον καθρέφτη και κυττάζεται με πολλή προσοχή και αγωνία.  Κάνει πως αστειεύεται.   

Άδωνης: Έλα καλά τώρα… Έγινα και σχιζοφρενής κι ακούω φωνές… (Σοβαρεύεται).  Τ’ αυτιά μου σίγουρα πετάνε! Ω!  Μα είναι απαίσια! Shameless!  Φοβερό… As if they are laughing στα μούτρα μου.  What do I do, ha?  

Κυττάζει δεξιά το ένα αυτί του και ύστερα το άλλο.  

Άδωνης: Πω… Πω…Πω… Αλήθεια φαίνομαι πολύ άσκημος!   And my color…  is dull. My eyebrows over my nose, make me look like an idiot! I do look funny! Ωχ, καϋμένε! Γιατί να σκάω μωρέ;  Θα τα βγάλω και θα ησυχάσω!  

Παίρνει ένα τσιμπιδάκι κι αρχίζει και τραβάει τα φρύδια του, κυττάζοντας πάντα στον καθρέφτη.  Μόλις τελειώνει ξανασυγκεντρώνεται στον καθρέφτη.  

Άδωνης:  Τ’ αυτιά μου!  Μy stupid ears do that to me!  What am I going to do?

Η Φωνή: “Έλα μωρέ που πνίγεσαι σε μια κουταλιά… Τι ρωτάς και ξαναρωτάς;  Άκου λέει:  Θέλει και ρώτημα βρε αδερφέ;  Να τα κολλήσεις!”

Άδωνης: Τι να κολλήσω βρε ηλίθιε; Από πού κι ως πού, εσύ εντελώς απρόσκλητος μου λες τι να κάνω;”  

Η Φωνή όμως τον αγνοεί και συνεχίζει.  

Η Φωνή: “Μα εσύ… είσαι πραγματικά ηλίθιος.  Ναι μωρέ γιατί να μην τα κολλήσεις;  Να τα κολλήσεις με μια πολύ καλή κόλλα, ώστε να μην ξεκολλούν.  Να μην πετάνε!  Αλήθεια σου λέω ότι πετάνε”.  

Ο Άδωνης φαίνεται ξαφνικά ότι σκέφτεται. Το πρόσωπό του μαλακώνει.  

Άδωνης: Εντάξει… Ο.Κ.  I’ll do it!  What do I have to loose!  Η μάνα μου… she keeps a strong glue. An all purpose one…  

Η Φωνή:  “This way you won’t have to worry anymore.  Your ears will be tacked nicely away!”

Άδωνης: Sure!  Nice to have you pal… next to me…  or within me… Mate! Who cares anyway!  

Η Φωνή: “Well!  Don’t be so hard on yourself.”   

Ο Άδωνης κλείνει τ’ αυτιά του κουρασμένος.  

 Άδωνης: Go away… Damn you!  

 Τρέχει και ρίχνει νερό στο πρόσωπό του. Σκουπίζεται, παίρνει βαθιά αναπνοή και κυττάζεται στον καθρέφτη.  

Άδωνης: Η μάνα μου κάπου την κρατά αυτήν την κόλλα.  Θα τη βρω και θα την δοκιμάσω.  It might work… I won’t know, unless I try.  Μήπως πάλι δεν πρέπει;  Κολλάει τόσο που μόνο με νυστέρι πρέπει να τη βγάζει κανείς! 

Η Φωνή:  “Α!  Πολύ ωραία λοιπόν.. Με τον τρόπο αυτό σίγουρα τ’ αυτιά σου δε θα σε ξαναενοχλήσουν!”

Άδωνης: Τι ξέρεις εσύ ε; Στο διάβολο να πας και να μ’ αφήσεις επιτέλους ήσυχον.  Δεν μου χρειάζονται ούτε τα σχόλιά σου ούτε και οι συμβουλές σου. Άκου λέει!..  

Έρχεται βιαστικός στην ντουλάπα της κουζίνας, την ανοίγει, σκύβει κι αμέσως σχεδόν σηκώνεται κρατώντας ενα σωληνάριο στα χέρια του, προφανώς της κόλλας. Εκείνη τη στιγμή καταφτάνει στην κουζίνα η Ευρύκλεια.  

Ευρύκλεια: Α!  Καλώς τον!  Ξύπνησες επιτέλους Άδωνη!  Είχα αρχίσει ν’ ανησυχώ για σένα!  

Δεν προλαβαίνει να πει τίποτα άλλο γιατί ο Άδωνης  βγαίνει έξω από το χώρο της κουζίνας φουριόζος, ενώ η μητέρα του τον κυττάζει παραξενεμένη. Σταυροκοπιέται.  

Ευρύκλεια: Και μη χειρότερα!  Και μη χειρότερα, Θεέ μου! 

Ο Άδωνης έρχεται πίσω στο μπάνιο και πάλι μπροστά στον καθρέφτη. Ανοίγει το σωληνάριο και με ένα ξυλαράκι του παγωτού το απλώνει πίσω από τ’ αυτιά του.  Αμέσως μετά αφήνοντας το σωληνάριο πάνω στο νεροχύτη ανοιχτό, σχεδόν να τρέχει, πατάει τ’ αυτιά του επάνω στο κεφάλι του. Τα κρατάει για λίγο και μετά με μεγάλη του χαρά διαπιστώνει οτι έχουν κολλήσει, όπως αυτός τα ήθελε.  

Άδωνης: Αυτός είσαι.  Ωραία!  Έτσι μπράβο!

Η Φωνή: “What did I tell you? It works! Ν’ ακούς καμιά φορά κι εμένα. Ξέρω εγώ!”  

Ο Άδωνης κυττιέται πάλι στον καθρέφτη, και τρομάζει που βλέπει ένα αλλοιωμένο πρόσωπο να τον κυττάζει από εκεί μέσα, απέναντί του με αγωνία.  Κάνει να φύγει, αλλά μετανιώνει.  Ξανακυττάζει.  

Άδωνης: Ποιος είσαι εσύ τώρα που με κυττάζεις σαν ηλίθιος! 

Η Φωνή: “Εγώ είμαι, δηλαδή εσύ… ηλίθιε…  It’s us don’t you see? Πας να με μπερδέψεις τώρα;  Imagine that!”

Άδωνης: Shut up!… Shut up!… Go away!  Leave me alone!   

Κάποια στιγμή ηρεμεί.  

Άδωνης: Εντάξει… Εντάξει… Τ’ αυτιά μου μου έφταιγαν… και τα κόλλησα.  Ψυχραιμία λοιπόν!  

Χτυπάει η πόρτα.  Είναι ο Σόλων.  

Σόλων: Άδωνη! Είσαι εντάξει man?

Άδωνης: (Μιλάει στον εαυτό του) “Είναι ο βλάκας ο αδερφός μου!” Ναι! (Ανοίγει στο μεταξύ την πόρτα). Why do you ask? I was doing my hair.

Σόλων: Τι γίνεται βρε παιδί μου με σένα.  Τι κάνεις τόσην ώρα επιτέλους; Are you all right?

Άδωνης: Do you mind?  Τι με ρωτάς τι κάνω! Δική μου δουλειά δεν είναι, τι κάνω;

Σόλων: Sorry pal!  Είπα μήπως και σου συμβαίνει κάτι!  Αδερφός μου δεν είσαι;  Είναι και η κυρά Ευρύκλεια, η μάνα μας.  Την ξέχασες; Ανησύχησε για “τα μάτια σου”! (Τον ειρωνεύεται). Πού να μάθει η κακομοίρα;  Νομίζει πως τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει σε τίποτα… Ή μάλλον θέλει να πιστεύει, πως όλα είναι, όπως όταν είμαστε μικρά παιδιά. 

Άδωνης: Κι εσύ τι κάνεις δηλαδή;  Εκπροσωπείς τη μάνα μας;

Σόλων: Όχι ακριβώς!  Το να κλείνεται κανείς στο μπάνιο όσο εσύ… πρέπει να το παραδεχτείς… είναι κάπως παράλογο!

Άδωνης: Μάλιστα.  Και ποιος σου είπε οτι ήμουν στο μπάνιο πολλή ώρα;

Σόλων: Εγώ… Ήρθα τόσες φορές για να το χρησιμοποιήσω και η μαμά συνεχώς έλεγε: “Είναι ο Άδωνης μέσα παιδί μου!”

Άδωνης: Κι εσύ τι έκανες;

Σόλων: Πήγα στο laundry.  Τι νά ‘κανα.

Άδωνης: Enough of this! (Γελάει)

Σόλων: Μάλιστα. Έπρεπε να το καταλάβω. Εσύ παιδί μου έχεις πολύ όρεξη και κάθεσαι και με δουλεύεις τώρα.  Εσύ είσαι ο ένοχος κι εγώ ανακρίνομαι! What can I say!   

Ο Άδωνης γελάει ευχαριστημένος.  Αισθάνεται καλύτερα στην παρουσία του αδερφού του.  

Σόλων: Τέλος πάντων.  Τι ώρα αρχίζεις σήμερα και είσαι ακόμη εδώ.

Άδωνης: At 10.30 a.m. Έχω μια ώρα μπροστά μου για να ετοιμαστώ.

Σόλων: Πάλι δηλαδή θα χωθείς στο μπάνιο;

Άδωνης: Δε νομίζω.  Είμαι έτοιμος. Κι εσύ;

Σόλων: Εγώ δε δουλεύω σήμερα. It’s Thursday… isn’t it?  I work only on Fridays as always and Saturdays.  Σα να μην το ξέρεις μιλάς. Έχω όμως πολλή μελέτη. Εσύ;

Άδωνης: Τι εγώ;

Σόλων: Εσύ… δεν έχεις μελέτη;

Άδωνης: Ε…. Πώς… Δηλαδή…  

Ο Σόλων τον κυττάζει παραξενεμένος.  

Σόλων: Μα κάτι έχεις εσύ σήμερα.  Κάτι συμβαίνει μαζί σου.  Κάτι άλλαξε απάνω σου.

Άδωνης: Τα ρούχα μου ίσως;

Σόλων: Βρε άστα τα κόλπα σου δε με γελάς εμένα! Do I look stupid to you?  Concerned, more like it!

Άδωνης: Give me a break brother! Will you? (Θυμώνει)

Σόλων: Εντάξει, φεύγω, αλλά brother, do look after yourself.  I love you man!

Η Φωνή: “Τον βλάκα τον Σόλωνα… κάνει πως τα ξέρει όλα!”

Άδωνης: Καλά το είπες.  He is the Mr. Goodie -Goodie εδώ μέσα!  

Φεύγει ο Σόλων, αλλά καταφτάνει η Ευρύκλεια με το ξεσκονόπανο στο χέρι.  

Ευρύκλεια: Τι έγινες εσύ; Ακόμη εδώ είσαι; Μωρέ θα χάσεις τη δουλειά σου! Τρόμαξες να τη βρεις και τώρα κάνεις τα κόλπα σου.

Άδωνης: Μπράβο κυρά Ευρύκλεια… είσαι ορεξάτη βλέπω και μάλιστα πρωί-πρωί.

Ευρύκλεια: Τι πρωί-πρωί βρε παιδί μου; Ξέρεις τι ώρα είναι;  

Άδωνης:Ο Άδωνης κυττάζει το ωρολόγι του επιδεικτικά: 9.30 π.μ. παρακαλώ!

H Φωνή: “Άλλη ετούτη εδώ!  Μια ζωή χώνει τη μύτη της… I can’t stand her, I tell you!”

Άδωνης: You’re right as always pal!

Ευρύκλεια: Μωρέ τι μου κατεβάζεις τώρα. Είσαι με τα καλά σου; Τώρα μιλάς και μόνος σου;  Χώθηκες πρωί-πρωί στο μπάνιο και το αγκαζάρισες για πάνω από μισή ώρα… τι κόρακα έφτιαχνες εκεί μέσα;

Άδωνης: Leave me alone, will you?  

Φεύγει νευριασμένος χτυπώντας την πόρτα. Η Ευρύκλεια τον κυττάζει σαστισμένη. Κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά της και πιάνει το κεφάλι της.  Μονολογεί.  

Ευρύκλεια: Σε καλό μας να βγει ετούτο. Δεν καταλαβαίνω πια τι συμβαίνει μ’ ετούτο το παιδί.  Όσο πάμε και απομακρυνόμαστε. Αφότου άφησε το Γυμνάσιο… παραξένεψε.  Τώρα όμως πάει πια, ξεσαλώθηκε!  Πότε διαβάζει, που γυρνάει κάποτε στο σπίτι του τα πρωϊνά;  Ποιoς ξέρει τι ώρα ήρθε για ύπνο! Είναι δυνατόν να είναι στα καλά του με τον τρόπο που ζει; Αμφιβάλλω.  

Κατευθύνεται στο μπάνιο κι αρχίζει να καθαρίζει το νεροχύτη.  Ξάφνου παρατηρεί κόμπους από σκληρή ουσία στο νεροχύτη.  Κυττάζει παραξενεμένη.  

Ευρύκλεια: Τ’ είναι πάλι ετούτο;  Σόλων!  Σόλων!

Σόλων: Ναι μάνα!

Ευρύκλεια: Ξέρεις του λόγου σου τ’ είναι ετούτο το πράγμα στο νεροχύτη;

Σόλων: Πού… ποιο; (σκύβει και κυττάζει) Μυστήριο πράγμα!.. Μοιάζει με glue, mum.  Ο Άδωνης κάτι μαγείρευε εδώ μάνα. (σκέφτεται δυνατά) “Μίλαγε και μοναχός του, αλλά τι να πω τώρα της μάνας μου!  Για να την στεναχωρήσω την κακομοίρα;”

Ευρύκλεια: Αυτό το παιδί θα μας τρελάνει εδώ μέσα.

Σόλων: Έλα βρε μάνα μη δίνεις σημασία. Είναι μεγάλος ο Άδωνης.  Δεν μπορείς να τον προσέχεις άλλο!

Ευρύκλεια: Τον άκουσα να μιλάει ξέρεις μόνος του.

Σόλων: Καλά μάνα. Μην κάνεις έτσι.  Όλοι το κάνουμε αυτό κάποτε.

Ευρύκλεια: Όχι, δεν κατάλαβες.  Τον άκουσα να μιλάει κάποια στιγμή που περνούσα έξω από το μπάνιο και η πόρτα δεν ήταν καλά κλειστή.  Μίλαγε για κάτι… οτι είναι μεγάλα;  Μπορεί όμως να κάνω και λάθος.

Σόλων: Χμ!   Νομίζω ότι εννοούσε τ’ αυτιά του.

Ευρύκλεια: Σου είπε τέτοιο  πράγμα;

Σόλων: Ό… χι ακριβώς… Κι εγώ τον άκουσα να το λέει ο ίδιος… σε κάποιον.  Μα τι λέω τώρα. Έλα βρε μάνα που καταντήσαμε να μιλάμε πίσω από την πλάτη του Άδωνη!  Μονολογούσε, I guess.

Ευρύκλεια: Τότε είναι αλήθεια άσχημα αυτό το παιδί!..

Σόλων: Όχι βρε μάνα, μην τραγικοποιείς τα πράγματα. 

Ευρύκλεια: Άκου γιε μου, είναι καλά να ξέρουμε τι γίνεται στο σπίτι μας. Οι οικογένειες, όπου τα μέλη της κρύβουν ο ένας από τον άλλον τα…  όποια, καλά ή κακά, δεν είναι αγαπημένες και να μου το θυμάσαι.

Σόλων: I don’t disagree with you, μάνα.  Ξέρεις κάτι όμως; Θα πρέπει να πάω στο Πανεπιστήμιο… στη βιβλιοθήκη… Έχω μία έκθεση που πρέπει να τη δώσω μέσα σε δυο μέρες, κι ακόμη δεν την άρχισα.

Ευρύκλεια: Αχ! Σόλων μου!  Γιατί γιε μου τα κάνεις αυτά;

Σόλων: Έλα, ρε μάνα, μη στεναχωριέσαι, ξέρω τι κάνω.  Θα το ήξερες αν δε σου το έλεγα;  Όχι.  Λοιπόν, όλα είναι εντάξει… Θα δεις που θα σε βγάλω ασπροπρόσωπη! Έλα γεια σου.  

Την φιλάει και ενώ προχωράει προς την εξώπορτα, η Ευρύκλεια τον κατευοδώνει.  

Ευρύκλεια: Γεια σου παιδί μου.  Πρόσεχε, και θα σε δω όταν έρθεις.  

Εικόνα δεύτερη  

Ο Σόλων που θέλει να δει τον  Άδωνη, χτυπάει την πόρτα του αλλά αυτός δεν απαντάει. Τελικά μπαίνει στο δωμάτιο του αδερφού του. Ο Άδωνης κάθεται στο κρεββάτι του. ο Σόλων τον κυττάζει ερευνητικά ενώ αυτός αποφεύγει να τον κυττάξει καταπρόσωπο. Φοράει ένα πλεκτό σκουφί.  

Σόλων: Τι διάβολο!  Κρύβεσαι πάλι ρε Άδωνη;  Δεν μπορείς να πεις εδώ είμαι;

Άδωνης: Κάνω ότι θέλω, και μην ανακατεύεσαι.

Σόλων: Άδωνη, What’s going on ρε?  Μοιάζεις με δαρμένο σκύλο!

Άδωνης: Don’t talk to me like that!  Σκύλος είσαι και φαίνεσαι.

Σόλων: Come on! Έγινες πολύ ευαίσθητος.  Με το τίποτα δαγκώνεις!  Ι can’t talk to you anymore.

Άδωνης: Πρόσεξε λοιπόν να μη λυσσάξω και σε δαγκώσω στ’ αλήθεια.

Σόλων: Come on, don’t be like that.  I care.  I’m your brother.  Talk to me!

Άδωνης: I have nothing to say!

Σόλων: Πού ήσουν χτες βράδυ;  You were very late!

Άδωνης: Να μη σε νοιάζει.

Σόλων: Άδωνη! Πολύ στενοχωριέμαι που δε μιλάμε πια. 

Άδωνης: (Μαλακώνει) Καλά-καλά!  Ήμουν με τον Τζέικ.

Σόλων: Τι πας μ’ αυτόν τον βλάκα μωρέ;  Αυτός είναι εντελώς ανισόρροπος. You let yourself down, με τέτοιους… φίλους!

Άδωνης: Don’t talk like that about my friends.  In some respects, they’re better than you!

Σόλων:  Is that so? O.K. Give me an example.

Άδωνης: Well!.. Did you know the other day he won $200-00 in the pokies?

Σόλων: Really! (ειρωνικά)  And how much did he loose the day before?

Άδωνης: ………………..

Σόλων: Well my friend, you are in a bad company!

Άδωνης: Άσε τους φίλους μου ήσυχους κι εμένα.

Σόλων: Κάτι φίλους!  Να σου ζήσουν αδερφέ μου. Αλλά ακόμη δεν μου είπες πού ήσουν last night… Why do I ask?  You gave me the answer already!  Σε λυπάμαι!

Άδωνης: Τι λες; Εσύ τα ξέρεις όλα.  Πού ήμουν λοιπόν;  

Ο Σόλων τον κυττάζει λυπημένος.  

Σόλων: Σίγουρα δεν ήσουν εδώ, αφού ήρθες τα χαράματα και σου άνοιξε ο Θησέας.

Άδωνης: Είχα ξεχάσει τα κλειδιά μου… Δεν ήθελα να ενοχλήσω.  Έμεινα λοιπόν έξω για μερικές ώρες!   It’s only… human!

Σόλων: Δεν ξέρω Άδωνη, αλλά δε μου φαίνεσαι και πολύ καλά τώρα τελευταία. Μήπως έχεις προβλήματα στο σχολείο;

Άδωνης: Listen to this! Have you seen my half yearly  report? Θέλουν να με προτείνουν για award!

Σόλων: Μάλιστα… now I’ve heard everything!

Άδωνης: Και πού ‘σαι… Άκου να δεις: κάποιοι σπουδαστές μου ζήτησαν να με πληρώσουν και να καθήσω για εξετάσεις στη θέση τους!

Σόλων: Τι είπες βρε άθλιε; Είσαι με τα σωστά σου ή είναι αυτό ένα από τα συνηθισμένα σου tricks?  I hope you’re joking mate!  This is very serious! It is criminal!

Άδωνης: Criminal or not… it has happened!  But of course… I would never accept something like this! Would I?  I respect myself!  

Ο Σόλων τον κυττάζει στα μάτια.  

Σόλων: Are you?  Το ελπίζω mate for your own sake!  Να μη φτάσει κάτι τέτοιο στ’ αυτιά της Ευρύκλειας γιατί τότε χάθηκες.  You know how decent of a person she is!

Άδωνης: If she finds out, I will then know who had provided her with the information!

Σόλων: Από τέτοια είσαι πρώτος! Εσύ πάντως κάτι κρύβεις! Το βλέπω.  Αποφεύγεις να με κυττάξεις καταπρόσωπο. What is it? By the way… why are you wearing σκουφί a warm day like this? You remind me of those who go around in the parks, feeding the birds!

Άδωνης: Μάλιστα!  Είμαι τρελός… και φοράω σκουφί… Πού το ξέρεις; Κι αυτό είναι δυνατό!  Τι δηλαδή επειδή προέρχομαι από την αξιοπρεπέστατη οικογένεια των Περικλειδών;

Σόλων: Θεέ και Κύριε!  Έσύ έχεις ξεπεράσει τα όρια της ευπρέπειας!  Καϋμένη Ευρύκλεια! Μα όχι, θα φτάσω εκεί που εγώ νομίζω ότι πρέπει. 

Άδωνης: Να το πάρω σαν απειλή αυτό;

Σόλων: Κάτι κρύβεις.   

Πηγαίνει κοντά του.  Του τραβάει ξαφνικά το σκουφί πριν προλάβει ο Άδωνης ν’ αντιδράσει.  Το χέρι του ακουμπά κάτι υγρό πάνω στο σκουφί.  Το κυττάζει με απορία. Μετά ρωτά με αγωνία.  

Σόλων: Θεέ μου!  Σε χτύπησαν;

Άδωνης: Leave me alone!  Just go, will you?

Σόλων: Όχι, πριν να μάθω τι συμβαίνει.  

Τον πλησιάζει.  Ο Άδωνης παίρνει την άκρη του σεντονιού από το κρεββάτι του και σκεπάζει το κεφάλι του.   

Σόλων: Έλα brother μην είσαι μωρό.  Άφησέ με να δω!  Δε λυπάσαι κανέναν… ούτε εμένα που αγωνιώ;  

Εκείνος αποκαλύπτει σιγά-σιγά το πρόσωπό του. Το ωρολόγι που κράταγε στα χέρια του πέφτει ξαφνικά.  Σκύβει να το πάρει.  Ο Σόλων προλαβαίνει να δει τις πληγές πίσω από τ’ αυτιά του που φαίνονται υγρές.  

Σόλων: Άδωνη!  You’re bleeding!  Τ’ αυτιά σου από πίσω!  Έχεις πληγές!

Άδωνης: Shut up, I said!  I don’t want Ευρύκλεια to know about it!

Σόλων: Εντάξει… ησύχασε!   

Κάθεται δίπλα του.  Τον κυττάζει με αγωνία. 

Σόλων: Do you want to talk about it?

Άδωνης: Όχι. Άφησέ με ήσυχο!

Σόλων: Please,  Άδωνη, don’t shut me out.  I’m your brother.  Τι συμβαίνει man?

Άδωνης: Το ξέρεις ότι έγινες κολιτσίδα;  E, άει στο διάβολο επιτέλους εσύ και η αγάπη σου. Φύγε από δω.  I don’t need your bloody sympathy.  

Ενώ μιλάει τρέχει νευριασμένος στην πόρτα, την ανοίγει και περιμένει για τον Σόλωνα να φύγει.  Καθώς αυτός φεύγει χωρίς να πει λέξη χτυπά την πόρτα πίσω του.  

Άδωνης: Μου φέρνεται σα να είμαι ένα σκουπίδι. Ε, όχι κι έτσι πια!  

Κάθεται στο κρεββάτι του κουρασμένος, αγχώδης και ξαφνικά κρύβοντας το πρόσωπό του στα χέρια του ξεσπάει σε λυγμούς.  

Εικόνα τρίτη  

Σόλων: Κόλλησε τ’ αυτιά του!  Άκου με που σου λέω!

Ευρύκλεια: Μα είναι δυνατόν ένα παιδί που είναι τόσο έξυπνο, που σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο να κάνει τέτοια ανοησία;  Ύστερα… τ’ αυτιά του είναι όμορφα. Δεν πετάνε ούτε και είναι μεγάλα.  Δεν καταλαβαίνω.

Σόλων: Ούτε κι εγώ… αλλά θυμάμαι προχτές στο μπάνιο τον άκουσα από τη μισάνοιχτη πόρτα να μιλάει στον εαυτό του και να λέει… ότι το ήξερε πως είχε μεγάλα αυτιά, που πέταγαν κι ότι θα έκανε κάτι για να τα διορθώσει.  

Ευρύκλεια: Λες να εννοούσε αυτό;  Δηλαδή το κόλλημα;  Ανησυχώ τώρα τρομερά.  Κι αν πάθει κάποια μόλυνση;  Παιδί μου… δε μου φαίνονται λογικά αυτά τα καμώματά του!

Σόλων: Άκου μάνα!.. Αν πάθει κάποια μόλυνση… υπάρχουν και τα νοσοκομεία. 

Ευρύκλεια: Αχ, Σόλων μου! Πώς μιλάς έτσι άκαρδα γιε μου για τον αδερφό σου;

Σόλων: Μάνα… Ο Άδωνης, σου το είπα και άλλοτε, είναι άντρας…

Ευρύκλεια: Τώρα όμως δεν είναι καλά!

Σόλων: Σιγά βρε μάνα!  Θα τον βγάλεις και τρελόν τώρα!

Ευρύκλεια: Παιδί μου δεν τό ‘πες κι εσύ ότι παραξένεψε;  Δεν είπες τώρα μόλις ότι κόλλησε τ’ αυτιά του;  Αχ, μου το ρήμαξαν τ’ αρνάκι μου οι κακές παρέες. Μην παίρνει και τίποτα… και δε χαμπαρίζουμε;  Δεν αισθάνομαι καλά παιδί μου!  

Κρύβει το πρόσωπό της απελπισμένη.  

Σόλων: Τι λες ρε μάνα;  Θα φαινόταν.  Θα τό ‘βλεπα στα μάτια του. Άλλωστε δεν είναι ρημάδι ολομόναχο στον κόσμο! Εμείς τι είμαστε εδώ; (μιλάει μόνος του) “Αλλά βλέπεις δεν του κάνει η δική μας παρέα”. 

Ευρύκλεια: Τον χάνουμε… Τον χάνουμε σου λέω! (Αρχίζει να κλαίει).

Σόλων: Έλα τώρα μάνα, πώς τον χάνουμε;

Ευρύκλεια: Παραξένεψε… Παραξένεψε σου λέω! (Συνεχίζει να κλαίει σιγανά. Φυσάει τη μυτη της).

Σόλων: Σώπα τώρα μάνα… μη λες φοβερά πράγματα, και συγχίζεσαι, σε παρακαλώ! (Μονολογεί σιγανά )  “Κακόμοιρη, κι αν δεν έχεις δίκιο! Σε όλα μας τα προβλήματα να έχουμε τώρα και τον Άδωνη με αρρωστημένο μυαλό! Πού να ζητήσω βοήθεια και συμβουλή γι αυτό που μας συμβαίνει;”  

Πάει κοντά της απλώνει το χέρι του στον ώμο της. Το πιάνει και το σφίγγει απελπισμένη.  

Ευρύκλεια: Έφυγε σαν κυνηγημένος, ξέρεις.  Άλλοτε έχει το βλέμμα αγριμιού κι άλλοτε είναι φοβισμένος σα μικρό παιδί, από άσχημο όνειρο. Το νιώθω  βαθιά μέσα μου!  Πώς με πληγώνει!  

Ο Σόλων μιλάει μόνος του.  Προσπαθεί να κρύψει τη δική του απόγνωση.  

Σόλων: “Και πού νά ‘ξερες κακομοίρα Ευρύκλεια και το άλλο: τι gambler έχεις στο σπίτι σου! Ο Θεός να μας βοηθήσει… γιατί αυτόν… δεν ξέρω ποιος μπορεί να τον βοηθήσει!  Ίσως αν ζούσε ο πατέρα μας να ήταν κάποια πράγματα διαφορετικά.  Η μάνα δε μιλάει καθόλου για τον πατέρα.  Νομίζει ότι ανοίγει πληγές!  Δυστυχισμένη!  Τι άλλο μπορώ να κάνω για να μη στεναχωριέται;”  

Η Ευρύκλεια μην προσέχοντας την περισυλλογή του Σόλωνα, εξακολουθεί να μιλάει.  

Ευρύκλεια: Σίγουρα δεν του κάνει η δική μας παρέα. Ναι κι αν δεν είναι παράξενος!  Λοξοκυττάει σα να φοβάται από κάτι, σα να προσπαθεί να διαπιστώσει αν εμείς ίσως τον παρακολουθούμε.  

Ο Σόλων προσπαθεί να την κάνει να αλλάξει διάθεση.  Κάνει λίγο χιούμορ.  

Σόλων: Μπράβο σου κυρία Ευρύκλεια! Εσύ κάνεις για ντετέκτιβ… Άκου λέει υποθέσεις.  Τό ‘ξερα που διάβαζες Αγκάθα Κρίστι… αλλά εσύ την πήρες στα σοβαρά, τόσο που βλέπεις τα πάντα με υποψία.  

Έρχεται ο Θησέας.  

Ευρύκλεια: Καλώς το μου το παλικαράκι..

Θησέας: Γεια σας.  Τι κάνετε;  Συμβούλιο;

Ευρύκλεια: Ε όχι και συμβούλιο… δύο μόνοι άνθρωποι…

Θησέας: Μου φαίνεστε πολύ σοβαροί…

Σόλων: I beg your pardon!.. We are always serious.

Θησέας: Yah O.K. Λοιπόν;  Θα μου πείτε κι εμένα;

Σόλων: Μιλάμε για τον Άδωνη…

Θησέας: Είναι σωστό να τον κουτσομπολεύετε;

Ευρύκλεια: Άκου παλικάρι μου.  Δεν κουτσομπολεύουμε.  Τον Άδωνη τον αγαπάμε και θέλουμε το καλό του. Γι αυτό και στενοχωριόμαστε, μιλάμε και προσπαθούμε να τον καταλάβουμε.  Το καλό του θέλουμε παιδί μου!  Τι άλλο μπορεί να θέλει ο γονιός, κι εσείς… τ’ αδέρφια του;  

Η Ευρύκλεια βγαίνει από το δωμάτιο, αφήνοντας τα δύο αδέρφια να μιλούν.  

Σόλων: Εσύ δεν παρατήρησες τη συμπεριφορά του Άδωνη να χειροτερεύει συνέχεια;

Θησέας: Ε, ναι… Δηλαδή… Δεν προσέχω και πολύ τη συμπεριφορά του… γιατί μ’ έχει απορροφήσει η μελέτη.  You know how it is!

Σόλων: Εγώ όμως ξέρω πως παραξένεψε εδώ και πολύν καιρό. Βάλε τα δυο τελευταία χρόνια, για νά ‘σαι μέσα.

Θησέας: Έλα καϋμένε… Κρατάς ημερολόγιο;

Σόλων: Αν ήξερα τι θα ακολουθούσε, ίσως και να το έκανα.

Θησέας: Τι εννοείς;

Σόλων: Άσε τώρα!…

Θησέας: Συγγνώμη;  Τι δηλαδή;  Μου κρατάτε τώρα και μυστικά;

Σόλων: Όχι αδερφέ μου… Δε θέλω να σε στενοχωρήσω.

Θησέας: Πες μου, έχω δικαίωμα να ξέρω τα οικογενειακά μας.

Σόλων: Ο…  Άδωνης κόλλησε τ’ αυτιά του…  με κόλλα.  

Ο Θησέας ξεσπάει στα γέλια, ενώ ο Σόλων τον κυττάζει κατάπληκτος.  

Σόλων: Γιατί γελάς;  Το βρίσκεις αστείο;

Θησέας: Όχι… απεναντίας το βρίσκω πολύ σοβαρό… γι αυτό και γελάω. Να… Θέλω να πω ότι αυτό είναι πολύ γελοίο, για να το κάνει ένας έξυπνος άνθρωπος σαν τον Άδωνη.  Γι αυτό και δεν πιστεύω ότι το έκανε.

Σόλων: Μάλιστα.  Με θεωρείς λοιπόν αναξιόπιστο.  Μπορεί να το πεις κι αυτό, γιατί δεν είδες ακόμη τα αυτιά του Άδωνη και το κακοποιημένο δέρμα του.

Θησέας: You are putting me on, Σόλων!

Σόλων: I wish it was a joke brother!  I wish it was!…

Θησέας: Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί τώρα, έτσι ξαφνικά… Του είπε κάποιος κάτι;  Εγώ δεν πρόσεξα τίποτε το παράξενο.  Μια χαρά είναι τ’ αυτιά του.

Σόλων: Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα:  Ποιος του είπε για τ’αυτιά του και τι ήταν εκείνο που τον έκανε να τα κολλήσει.

Θησέας: Man!  I can’t believe this is happening.  What is next?

Σόλων: Πρέπει να του μιλήσουμε.  Εσύ κι εγώ.  Είμαστε οικογένεια.

Θυσέας: Εντάξει.  Να του μιλήσουμε.  How is he going to take it, but? He might think we are conspiring against him.

Σόλων: Leave it to me.  I’ll take care of this and I will keep you informed. 

 

Εικόνα τέταρτη  

Ο Σόλων μιλάει με τον Άδωνη.  Υπάρχει ένταση ανάμεσά τους.  

Άδωνης: Τι θέλεις λοιπόν;

Σόλων: Τίποτα άλλο παρά να καθήσουμε και να μιλήσουμε σαν οικογένεια. Να δούμε τι συμβαίνει επιτέλους. Να κυττάξουμε, τι είναι αυτό που σε κάνει να απομακρύνεσαι από τους ανθρώπους που σε αγαπούν και καταφεύγεις σε ανθρώπους που σε καταστρέφουν με τη δική σου ευλογία.

Άδωνης: Τα παραλές.

Σόλων: Μπαινοβγαίνεις στο μπάνιο, κάνεις παράξενα πράγματα και μας ανησυχείς.  Κυρίως μετά από το τελευταίο… ξέρεις ποιο.

Άδωνης: Πολύ μου μπαίνεις Σόλων και δεν ξέρω τι να κάνω.  Να σηκωθώ να φύγω ή να υποστώ την ανάκρισή σας… Διαβάζεις πολύ…  criminology, as a… future solicitor to be.

Σόλων: Άστα αυτά.  Τι κάνεις μέσα στο μπάνιο συνέχεια βρε αδερφέ;  Άκουσέ με: είσαι όμορφος.  Σου το επιβεβαιώνω εγώ αυτό.  Τ’ αυτιά σου είναι μια χαρά.  Και όλα τα άλλα.  Να δοξάζεις το Θεό που σε έκανε αρτιμελή και υγιή, και όχι να κάνεις την μ…..α, να κολλάς τ’ αυτιά σου.  Man, you really make me angry!  What’s with you?

Άδωνης: Stop  patronizing me οr preaching, brother!  

Ο Θησέας που έχει πλησιάσει ακούγοντας τις τελευταίες τους φράσεις επεμβαίνει.  

Θησέας: Come on man don’t be like this… Μαζευτήκαμε για να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον κι όχι να μαλλώσουμε.

Άδωνης: Κι εσύ “τέκνον Βρούτε”;

Σόλων: Έλα πάψε να είσαι cruel! Ο Θησέας δε θα ήταν εδώ αν δεν αγαπούσε εσένα και όλους μας.  Try to be civilized.

Άδωνης: Υes boss!

Σόλων: I will skip your irony. Όπως λέγαμε, όποιος κυττάζεται πολύ στον καθρέφτη παθαίνει… Έτσι τουλάχιστο λένε.  

Η  Ευρύκλεια έχει έρθει ξαφνικά και αρπάζοντας τα τελευταία προσθέτει.  

Ευρύκλεια: Η μάνα μου τα έλεγε αυτά, που ήταν μια διαβασμένη γυναίκα. 

Άδωνης: Άσε μας τώρα με τη μάνα σου, κυρά Ευρύκλεια!

Σόλων: Η γιαγιά σου ήταν έξυπνε, η γιαγιά σου!

            Άδωνης: Ρε μάνα όλοι στο σόϊ μας τέλος πάντων, διαβασμένοι ήταν;

Ευρύκλεια: Γιατί σου φαίνεται παράξενο;

Άδωνης: Ε, μπορεί και γι αυτό κάποιοι από εμάς να γεννήθηκαν στο τέλος βλάκες!

Ευρύκλεια: Παράξενη η λογική σου, αλλά θα τη δεχτούμε προς το παρόν.

Άδωνης: Ρε παιδιά με χασομεράτε. Για να κάνουμε ημερίδα φιλοσοφίας βρισκόμαστε εδώ;

Σόλων: Κάτσε βρε άχρηστε ένα λεπτό.  Σε περιμένει κανένας εκεί έξω;

Άδωνης: Και σαν με περιμένει ή όχι, εσένα τι σε νοιάζει;

Ευρύκλεια: Ελάτε-τώρα, ελάτε!  Ας μη μαλλώνουμε επιτέλους!

Άδωνης: Δεν κάθουμαι άλλο εδώ.  Μου θυμίζετε τη σκοτεινή εποχή των κουκουλοφόρων Ιεροδικαστών του Μεσαίωνα.  Γεια σας και θα σας δω αργότερα.  

Ο Άδωνης φεύγει στο δωμάτιό του.  

Σόλων: Τον βλέπετε;  Ούτε να καθήσει σαν άνθρωπος, δεν μπορεί.  Τον τρώει το σκουλίκι.

Θησέας: Ποιο απ’ όλα;

Σόλων: Του gambling pal.  In case you didn’t notice… our brother is a gambler! Ένα χαμένο κορμί που θα τελειώσει σίγουρα αν δεν κάνουμε κάτι το σοκαριστικό.  

Ο Θησέας και η Ευρύκλεια ακούνε.  Η Ευρύκλεια κρατά το πρόσωπό της στα δυο της χέρια.  

Σόλων:  Έλα μάνα.  You deserve better!  Μη στενοχωριέσαι.  Κάτι καλό θα βγει από όλη την ιστορία.  

Η Ευρύκλεια κουνά το κεφάλι της άλλαλη.  Ο Σόλων βηματίζει τώρα κουρασμένος ενώ ο Θησέας τον παρακολουθεί. Μιλάει μόνος του.  

Θησέας: Έλα αδερφέ… Σε παρακολουθώ τώρα για λίγα λεπτά.  Τι μουρμουράς ολομόναχος.  

Πάει κοντά του τον σταματά.   

Θησέας: Εσένα μιλάω Σόλων!

Σόλων: Συγγνώμη δεν σε άκουσα.  I was thinking!  

Τον κυττάζει στενοχωρημένος τώρα.  

Σόλων: Τον χάνουμε Θησέα.  Τον χάνουμε σου λέω.

Θησέαs: Ποιον χάνουμε;

Σόλων: Τον αδερφό μας.  Έχει δίκιο η μάνα μας.  Αλλά να, δε θέλω να την πικράνω κι άλλο.

 Θησέαs: Σώπα καϋμένε. Υπερβάλλεις.  Περνά κάποιο στάδιο σίγουρα!

Σόλων: Ι’m afraid, he has past the stage we could have helped him!  Now… we must see what we can do, to prevent more problems down the track.  

Στο μεταξύ ο Άδωνης βρίσκεται στο δωμάτιό του.  

Άδωνης: Τους ακούς; Ακόμα με την αφεντιά μου ασχολούνται.

Η Φωνή: “Συνομωτούν εναντίον σου”.

Άδωνης: Ναι το ξέρω… αλλά εγώ… I’ll outsmart them. You will see!

Η Φωνή:“Of course you will.  Lets celebrate this!”

Άδωνης: O.K. Let’s go to the club!  Χρειάζομαι χρήματα διάβολε!  Πρέπει να κάνω κάτι!

Η Φωνή:“Μπράβο τώρα μάλιστα. Αξίζεις!  Τι θα κάνεις λοιπόν;”

Άδωνης: Πάμε και βλέπουμε.  

Ανοίγει την πόρτα προσεχτικά.  Δεν είναι κανείς στο σαλόνι. Βγαίνει βιαστικά έξω.  

Εικόνα πέμπτη  

Άδωνης: Διάβολε! Τύχη είναι αυτή;  Bloody hell!  I almost lost fifty dollars.

H Φωνή: “Come on!  You have fifty more.  Spent it!”

Άδωνης: Eντάξει… καλά λες.  Θα χαλάσω άλλα εικοσιπέντε δολλάρια. Θα πάω να κάνω coins,

H Φωνή:“Τι βιάζεσαι;  Έχεις να πας πουθενά;”

Άδωνης: Καλά το λες!  Του κερατά… Δεν πάω σπίτι μου απόψε… και γιατί να πάω άλλωστε;  Για να βλέπω τα μούτρα τους; Όχι καλά είμαι εδώ.

H Φωνή:“Μπράβo, έτσι σε θέλω. Πού θα πάει;  Θ’ αρχίσουν τώρα να πέφτουν τα κέρματα.  Θα δεις”.  

Ξάφνου, αρχίζουν να πέφτουν αρκετά δολλάρια.   

Άδωνης: Μωρέ τύχη!

H Φωνή: “Τα βλέπεις; Ήρθαν!  Τι περιμένεις λοιπόν;  Αν επιμείνεις… μπορεί και να πιάσεις την καλή !”

Άδωνης: Ποια καλή και κουραφέξαλα;  Δε θά ‘χω φράγκο αύριο αν συνεχίσω.  Αυτή η θεόστραβη η τύχη μου, μόνο τύψη δεν είναι!

H Φωνή: “Τι κάνεις έτσι;  Αν δεν έχεις  χρήματα, εσύ ξέρεις τι να κάνεις για να βρεις!”

Άδωνης: Τι μου πιπιλίζεις το μυαλό διάβολε;  You are going to ruin me!

H Φωνή: “Ποιον εσένα; Όχι δα!  Εσύ είσαι έξυπνος… πολύ έξυπνος… Άλλωστε είσαι καλός και με τα chicks!”

Άδωνης: Shut-up… shut-up…  

Κλείνει τ’αυτιά του πανικόβλητος.  

H Φωνή:“Χα…Χα… Χα… Πού τρέχεις έτσι κυνηγημένος;  Κύττα τους γύρω σου!  Δε θα τους δείξεις ποιος είσαι;”  

Μια γυναίκα που τον κυττάζει φαίνεται φοβισμένη.  Κατευθύνεται προς έναν από τους φύλακες και του μιλά μια στιγμή.  Αυτός την ακολουθεί και έρχεται γρήγορα δίπλα στον Άδωνη.  Του μιλάει.  

Φύλακας: Γεια σου φίλε! Πώς πάμε;  

Ο Άδωνης σα να ξυπνά από λήθαργο γυρίζει και τον κυττάζει παραξενεμένος.  

Άδωνης: Σε μένα μιλάς;

Φύλακας: Ναι σε σένα. 

Άδωνης: Συμβαίνει τίποτα;

Φύλακας: Ενοχλήθηκαν κάποιοι γύρω σου… Είπαν ότι μίλαγες μόνος σου κι ότι είχες θυμώσει.

Άδωνης: Ε, όχι!  Μπορεί να μίλησα στον εαυτό μου κάποια στιγμή.

Φύλακας: Παίζεις;

Άδωνης: Ναι!

Φύλακας: Θα παίξεις άλλο;

Άδωνης: Δεν ξέρω.  Γιατί ρωτάς;

Φύλακας: Έχεις χρήματα να πας στο σπίτι σου;

Άδωνης: Εσένα τι σε νοιάζει;  

Τον πιάνει από το μπράτσο και τον τραβά ελαφριά.  

 Άδωνης: Τι έκανα και μου κολλάς;

Φύλακας: Τίποτε πιστεύω, αλλά φαίνεσαι ανήσυχος κι ενοχλείς κάποιους.  

Άδωνης: Με κάρφωσαν;

Φύλακας: Τι εννοείς;  Έκανες κάτι περισσότερο;

Άδωνης: Όχι, βρε αδερφέ!  Πώς το σκέφτηκες;  Αν εννοείς το ότι μίλαγα μόνος μου… το συνηθίζω κάποτε.

Φύλακας: Εσύ κι αν το συνηθίζεις, κάποιοι άλλοι δεν το δέχονται.  Είναι δείγμα σχιζοφρενικό… You should know that.

Άδωνης: I Know.  O.K. then… I will leave not because of you, because… I’m tired!.

Φύλακας: Ωραία λοιπόν.  Και το club mate… is going to be here to-morrow, as well.

Άδωνης: See you around then!

Φύλακας: Good night!

Άδωνης: “Hell, they’re spying on me… Everybody is!”  

 

Εικόνα έκτη  

Ευρύκλεια: Δε σηκώθηκε ακόμη.  Άργησε νά ‘ρθει και καταλαβαίνεις.

Σόλων: Well, don’t worry mum!  He’s not a baby! (μονολογεί) “Αν και κάποτε φέρνεται σαν να είναι.

Ευρύκλεια: Ναι παιδί μου.  Να δούμε πώς θά ‘ναι σήμερα το πρωί.  Δεν ξέρω πια αν πάει ή όχι για δουλειά.

Σόλων: Τι να σου πω μάνα! Αν πρόκειται ν’ ασχολούμαι κάθε μέρα με τον Άδωνη… τότε kiss my own life good-bye!

Ευρύκλεια: Έχεις δίκιο Σόλων μου. Πήγαινε στη δουλειά σου και θα δω εγώ, τι κάνει σήμερα.  Αν δεν πάει για δουλειά θα τον διώξουν, σίγουρα.  

Φεύγει ο Σόλων. Η Ευρύκλεια βρίσκεται στην κουζίνα. Ακούγεται μια πόρτα που ανοίγει κι ενώ ο Άδωνης έρχεται στο σαλόνι, ταυτόχρονα ακούγεται η φωνή της Ευρύκλειας καθώς έρχεται από την κουζίνα. 

Ευρύκλεια: Εσύ είσαι Άδωνη;

Άδωνης: Ναι εγώ.

Ευρύκλεια: Δεν πας για δουλειά σήμερα;

Άδωνης: Όχι βέβαια.  Αλλιώς θα ήμουν ακόμα εδώ;

Ευρύκλεια: Καλά λες παιδί μου!  Είπα κι εγώ!

Άδωνης: “Όλα πρέπει να τα ξέρουν ετούτοι εδώ.  Όλα!  As if I’m going to let them know everything about my personal life!  I do what I like, when I like…”

 Ευρύκλεια: Eίπες τίποτα;

Άδωνης: Όχι… “She is paranoid!”

Ευρύκλεια: Δε θα φας πρωινό;

Άδωνης: Δεν πεινάω.

Ευρύκλεια: Έχασες βάρος νομίζω.  Ζυγίστηκες τώρα τελευταία;

Άδωνης: Ζυγίστηκα κι είμαι μια χαρά… Thank you. (Αλλάζει ύφος και αρχίζει να παραπονιέται σα νά ‘ναι μετανιωμένος) Έλα τώρα μάνα, μόλις ήρθα στο σαλόνι… Τι μου κάνεις;  Ανάκριση.  Μου φέρνεσαι σα νά ‘μαι μωρό.  I am a man and the sooner you accept it… the better it is!…

Ευρύκλεια: Μωρέ… εσύ… ξέρεις και τα λες όμορφα!   Eμ, βέβαια, όπου σε συμφέρει είσαι άντρας. Όταν όμως πρέπει να πεις την αλήθεια, να δείξεις πως είσαι άντρας, τότε δυστυχώς εξαφανίζεσαι.

Άδωνης: Μη μου μιλάς έτσι! Κάθε φορά που ανοίγεις το στόμα σου με κατηγοράς.  I don’t have to put up with this!  First thing in the morning!  Is thiς supposed to be my breakfast? 

Ευρύκλεια: Μην πεις λέξη παραπάνω.  Δεν ξέρεις πώς να φέρνεσαι πλέον. “Παλιόπαιδο”. 

 

H Ευρύκλεια aποχωρεί θυμωμένη ενώ ο Άδωνης σκέφτεται.  

Άδωνης: Πανάθεμα!  Δε μπορούσα νά ‘χα γεννηθεί millionaire? Τότε μόνο θα μπορούσα να έχω ό,τι θα μου άρεσε…

Η Φωνή:  “Ναι αμέ! So… Do something about it!… Money gives you everything!  Freedom, ελευθερία!… Do something…” 

Κλείνει τ’ αυτιά του πάλι.  

Άδωνης: “Στο διάβολο με σένα!  Πώς έρχεσαι και φεύγεις έτσι, και με ταλαιπωρείς.  Στο διάβολο να πας, να πάτε όλοι και να μ’αφήσετε  ήσυχον!  Ήσυχον I said!  Να γελάσω!  Τι θα πει αυτή η λέξη; Εγώ δεν την ξέρω αυτή τη λέξη…  Δεν την ξέρω! (Το πρόσωπό του αλλοιώνεται από την αγωνία).

Η Φωνή:  “Τι εννοείς!  Είμαστε μαζί… Together… And if you need any money… look around you!  All these statuetes… Whole brass! With so many things  around here… no one is going to notice!..”  

Ο Άδωνης προχωρά σαν υπνωτισμένος προς το ράφι με τα μπρούτζινα αγαλματίδια.  Είναι της Ευρύκλειας. Δωρο του μακαρίτη. Πιο πέρα ένα ζευγάρι καλοφτιαγμένα κηροπήγια.  Τα παίρνει, τα χώνει κάτω από την μπλούζα του και κατευθύνεται στο δωμάτιό του βιαστικα.  Δεν αργεί να βγει κρατώντας το συνηθισμένο του σάκκο. Ακούει τηνΕυρύκλεια που φωνάζει.  

Ευρύκλεια: Άδωνη!

Άδωνης: “Πάλι η Ευρύκλεια!” (μονολογεί)  Τι θέλεις;  Φεύγω έξω.  Έχω κάποιες δουλειές.

Ευρύκλεια: Περίμενε μια στιγμή.  Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.

Άδωνης: Όταν θα γυρίσω μου λες!

Φεύγει τρέχοντας σχεδόν και κλείνει την πόρτα.  Έρχεται η Ευρύκλεια μέσα αρκετά ναυριασμένη.  

Ευρύκλεια: Παλιόπαιδο! Θα σε βλέπει κι ο μακαρίτης και θα καίγεται η καρδιά του… Άπονο, σκληρό πλάσμα!  

 

Εικόνα έβδομη  

Ο Άδωνης  έρχεται σε ένα μαγαζί για να βάλει ενέχυρο τα μπρούτζινα που πήρε από το σπίτι του.

 

Άδωνης: Έχω κάποια πράγματα εδώ. 

 

Τα βγάζει από τον σάκκο του.

 

Broker: Χμ!  Τα βλέπω.  Τι άλλο έχεις;

Άδωνης: Τίποτα άλλο.  Τέσσερα κομμάτια μπρούτζινα. Solid brass!

Broker: Δεν αξίζουν βέβαια και πολλά… καταλαβαίνεις. 

Άδωνης: Δηλαδή;

Broker: Χμ!..  Δεκαεφτά δολλάρια…

Άδωνης: Ε, όχι και τόσα λίγα!

Broker: Sorry mate!  Take it or leave it!

Άδωνης: O.K…  O.K…  It will have to do!

Η Φωνή: “You did well mate! That will pay your lunch and… of course the pokies!”

Άδωνης: Shut up you bloody pest… I’ m sick of you!  Telling me always what to do!  Πρέπει να τα ξεχάσω όλα αυτά… Εσύ μου κάνεις πολύ κακό.  Τώρα πήρα τα πράγματα της μητέρας μου και τα πούλησα.  Τι άλλο θα κάνω για τα λίγα λεφτά;  

Ανατριχιάζει και πετά τα κέρματα   με μανία στο πεζοδρόμιο.  Κάποιοι σταματούν και κυττούν.  Δεν τον νοιάζει όμως.  Προχωράει παραμιλώντας.  Κάνει κάποιους να τον προσέχουν.  

Άδωνης: Το σχολείο μου υποφέρει, η Ευρύκλεια υποφέρει.  Ο Σόλων και ο Θησέας, my baby brother.

Η Φωνή: “Since when, you started worrying about the family?”

Άδωνης: I said, mind your bloody business.  I don’ t talk to you! Do I?

  Κάθεται σε ένα παγκάκι.  Σκύβει και κρατά το κεφάλι του στα δυο του χέρια.

 

Άδωνης: Θεέ μου τι μου συμβαίνει;  Πήρα την κατρακύλα.  Πώς φοβάμαι! Δε θέλω να ζήσω έτσι.

Η Φωνή: “Έλα καϋμένε!  Τι κάνεις έτσι; Η ζωή δεν είναι τόσο άσχημη!  Στο club… εκεί πήγαινε να νιώσεις λίγο καλύτερα…  Εκεί ολοι είναι ανώνυμοι… όλοι ίδιοι… Παίζουν… κερδίζουν… χάνουν!”

Άδωνης: Λες να ‘μαι άρρωστος;  Είμαι;  Θα πρέπει να είμαι.  Είμαι άρρωστος…

Η Φωνή: “Μπα!.. Τι λες τώρα… Καταπιεσμένος είσαι.  Άκου με που σου λέω! Οικογένεια, σχολείο, δουλειά… Τι περιμένεις;”

Άδωνης: Θα με πάρουν χαμπάρι κάποια στιγμή… και τότε;

 Η Φωνή: “To hell with them man!   Να κάνεις ό,τι σου αρέσει εσένα.  Μια μέρα θα πεθάνεις κι αυτό είναι όλο!  Ζήσε λοιπόν!”

Άδωνης: Καλά λες!  Αν όμως καταλάβουν τι κάνω;  Τότε θα είναι σίγουρα το τέλος μου και να το θυμάσαι!

Η Φωνή: “Ναι μωρέ!  Δεν είσαι άντρας εσύ;  Ποιον φοβάσαι επιτέλους;”

Άδωνης: Άντρας λέει… Χα… Χα… Χα… Αν ήμουν άντρας man, I would not have you telling me constantly what το do!  Would I?  Θα ήμουν δυνατός, νικητής κι όχι ένας ποντικός που κλέβει!   

Ξαφνικά αρχίζει να κλαίει.  

Άδωνης: Λυπήσου με Θεέ μου… Λυπήσου με!..

Η Φωνή: “Μωρέ εσύ έχεις δίκιο… Δεν είσαι παρά ένα ανδρείκελο!”

Άδωνης: Βούλωσέ το!  Είπα βούλωσέ το!  Εγώ είμαι ένας σκλάβος και το ξέρεις!  Κοροϊδεύω τον εαυτό μου λέγοντας οτι είμαι ελεύθερος.  I cannot get rid of you.  Can I? Make you dissapear from my life. Puff!.. Extort you from inside me, abort you! How can I do this?  Ha?

Η Φωνή: “Ha…ha…ha… But Άδωνη… εγώ είμαι εσύ! Εσύ είμαι εγώ! Είναι ηλίθιο να νομίζεις πως είμαστε χωριστά όντα!   My friend… No matter what  you do… we are stuck together.  I am the Voice… your voice… your friend, your enemy… But not your concience!  That, I am not!”

Άδωνης:  I am sick!  I am very sick!..  

Γύρω του έχουν μαζευτεί κόσμος. Σκύβουν απάνω του περίεργοι. Φαίνεται χαμένος.  Κρατά τα μάτια του κλειστά.  Κινείται με αγωνία. Μιλάει σε κάποιον, ψιθυριστά.  

 Άδωνης: “Πατέρα μου!  Πατέρα… δεν μ’ αφήνουν νά ‘ρθω κοντά σου!  Πάρε με πατέρα.  Δεν είμαι άξιος του δώρου!  Πάρε με κοντά σου! Θέλω να κοιμηθώ σου λέω.  Λυπήσου με και βοήθα με!”

Πατέρας: “Παιδί μου είναι νωρίς ακόμη… Είσαι στην αρχή του δρόμου.  Δεν ήρθε η ώρα σου”. 

Άδωνης: “Πατέρα έκλεψα… κάνω πράγματα παράξενα πατέρα… είμαι άρρωστος… πολύ άρρωστος σου λέω!”

Πατέρας: “Ήσουν παιδί μου… Ήσουν…. Μα  νομίζω πως ήρθε η στιγμή να επιστρέψεις κοντά στ’ αδέρφια σου… στη μητέρα σου, σ’ αγαπάνε.  Μίλα τους Άδωνη…  Πλησίασέ τους και θα δεις… Χαράζει μια νέα ζωή μπροστά σου!  Νά ‘χεις την ευχή μου παιδί μου… νά ‘στε όλοι ευτυχισμένοι.”

Άδωνης: “Μα…  πατέρα!..  Ναι πατέρα!   Το θέλω τόσο πολύ… Για σένα… τη μητέρα…”  

Αναστενάζει κάνοντας γκριμάτσα πόνου.  

Πατέρας: “Προσπάθησε Άδωνη… προσπάθησε, παιδί μου!..  Σε ικετεύω.”

Άδωνης:  “Α! Πατέρα μου… Μην κλαις μην κλαις… πατέρα… Στο υπόσχομαι πατέρα…  Πατέρα μου!”   

Ένα φορείο πλησιάζει. Ο Άδωνης εξακολουθεί να κρατά τα μάτια του κλειστά. Δάκρυα κυλούν  από τις άκρες τους.  Είναι άρρωστος.  Τον παίρνουν.

 

Εικόνα όγδοη  

Στο κρεββάτι του και οι δικοί του γύρω του σκυμμένοι με αγωνία. Του μιλάει η μητέρα του. Ανοίγει τα μάτια του μια στιγμή. Χαμογελά στον ύπνο του. Φαίνεται γαλήνιος.  

Ευρύκλεια: Άδωνη… Παιδί μου!  Πώς αισθάνεσαι;  

Δεν απαντά. Οι δικοί του ενώνουν σφιχτά τα χέρια κυττάζοντας με ελπίδα τον Άδωνη, που εξακολουθεί να χαμογελά στον ύπνο του.

Τέλος

 

 

 

 

 

 




Βιογραφικό της 
Πιπίνας-Δέσποινας 
Ιωσηφίδου-
Elles

 

 

 
Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info