ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            

    


 




 

 

 


GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above

 


 



 

Εισαγωγή

Το Λάθος[2] του Αντώνη Σαμαράκη, θα μπορούσε να ανήκει στην ομάδα των αστυνομικών μυθιστορημάτων, επειδή όμως εμπεριέχει ένα επιπλέον στοιχείο, την κατασκοπεία, μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως αστυνομικό-κατασκοπικό μυθιστόρημα.  Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να εκφραστεί στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, είναι η απλή καθημερινή[3] και ως τέτοια επιτρέπει την άνετη και  ευχάριστη παρακολούθηση κάθε στιγμής[4].

 

Η πλοκή του μυθιστορήματος, παρά τη φαινομενικά λαβυρινθική της διάθεση, είναι κατάλληλα δομημένη και αποβλέπει στη διέγερση,  της ικανότητας αναπαραγωγής στη διανόηση του αναγνώστη, πολύπλοκων κάποτε, εικόνων.  Η επίτευξη της σχέσης του αναγνώστη με το μυθιστόρημα, οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στις αλλεπάλληλες ανακλήσεις στο παρελθόν (flash back), που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της  κινηματογραφικής τεχνοτροπίας. Οι περιγραφές του μυθιστορήματος δημιουργούν αλλεπάλληλες ολοζώντανες εικόνες που συνδέονται με την καθημερινότητα του ανθρώπινου βίου, ως προς τη λεπτομέρεια. Ο τρόπος  με τον οποίο ο Σαμαράκης προβάλλει ασήμαντες αλλά  πετυχημένες λεπτομέρειες, για την επίτευξη του ρεαλισμού στο έργο του, είναι αξιοσημείωτος.  Ετούτη η διαδικασία  προετοιμάζει τον αναγνώστη να κατανοήσει σκηνές όπως η σύλληψη του ύποπτου χαρακτήρα, στο ‘καφέ Σπορ’. Η  αναφορά τουαλέτας δίπλα στον ύποπτο, οι δύο άγνωστοι που τον πατούν, οι δύο  έμποροι με τα λαδωμένα μπλοκ, «το σημάδι του ύποπτου κάτω από το αυτί»[5] ή η επεξήγηση που δίνεται με μία λέξη, που έχει όμως δυνατό νόημα: ‘Στρεπτόκοκκος’, αποτελούν μέρος αυτής της διαδικασίας.  Επίσης φράσεις όπως: «Χαλάρωσε τη γραβάτα του... Είπε ύστερα να δέσει το δεξί κορδόνι.... σα νεροσκούληκο»[6], ή «τα δυο αγγελάκια..... αντιπαθέστατα»[7], δίνουν τη γεύση της λεπτομέρειας στην καθημερινότητα του απλού βίου. Η παρουσίαση ρεαλιστικών φανταστικών εικόνων,  πείθει τον αναγνώστη για την ύπαρξη του «Καφέ Σπορ» και του περιβάλλοντός του. Τα ευφυή στοιχεία, με τον μετασχηματισμό τους σε εικόνες δημιουργούν τελικά το επιδιωκόμενο που είναι η αίσθηση της πραγματικότητας και η θετική συμβολή της στην ερμηνεία του έργου. Μέσα από την ανάλυση των  λεπτομερειών του μυθιστορήματος Το Λάθος διαπιστώνεται ο θετικός ρόλος και η αποτελεσματικότητα των οπτικών και κινηματογραφικών τεχνοτροπιών που χρησιμοποιεί ο μυημένος στον γραπτό λόγο, Α. Σαμαράκης, για την εξέλιξη της πλοκής και την επιτυχία των στόχων του.

 

Στοιχεία κλειδιά

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος εντυπωσιάζουν οι εικόνες που αναδιπλώνονται και η σειρά διαδοχής τους. Περιγράφει τη φύση: «Οι μικροί χαμηλοί λόφοι... που ξεχύνουν μεθυστικές ευωδιές...»[8] ή «Η φύση μας ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά της... διάφορα άλλα κατοικίδια» Αν το κείμενο μας δινόταν με εικόνες, εκ του ασφαλούς θα είχαμε ένα πλούσια εικονογραφημένο βιβλίο, αστυνομικού, κατασκοπικού και διπλωματικού τελικά περιεχομένου. Στην περιγραφή της φύσης, συμπεριλαμβανομένων και των κατοικίδιων, ο Σαμαράκης, προσθέτει βαθμηδόν, τους χαρακτήρες του έργου ώστε  το ερέθισμα να προέλθει συλλήβδην μετατρέποντας τελικά το νεκρό τοπίο σε ενόργανο χώρο. Το τοπίο παίρνει διαφορετικές διαστάσεις με τις ενέργειες και τη συμμετοχή των χαρακτήρων του και σε εξάρτηση με αυτό. Και όταν η σχέση των ηρώων του μυθιστορήματος αποβαίνει πολύπλοκη, οι επεξηγήσεις που ακολουθούν σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, τη διευθετούν.

 

Ο συγγραφέας εισάγει τον αναγνώστη στην πλοκή του μυθιστορήματός του με δεξιοτεχνία, τον καθιστά μέτοχο αυτής της πλοκής και  απορροφά το ενδιαφέρον του με την τεχνική  των  εναλλασσομένων περιστατικών. Τα φαινομενικά ασήμαντα επεισόδια δημιουργούν μία ένταση που στην πορεία ενισχύεται, εξελίσσεται έτσι σε ένα crescendo.  Αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης εικόνας, τα επί μέρους κομμάτια ενός μεγάλου puzzle, που περιμένουν με τη σειρά τους, να μπουν στην καθορισμένη εκ των πραγμάτων, θέση. Σύμφωνα με ετούτο, το χαρακτηριστικό μπλοκάρισμα στη διασταύρωση έχει τη θέση του, τονίζει το άγχος της αργοπορίας τριών από τους χαρακτήρες: του μάνατζερ, του ανακριτή και του κρατούμενου. Το περιστατικό χαρακτηρίζεται αργότερα ως ‘κόλπο’. 

 

Επομένως η ανάλυση των χαρακτήρων επιβάλλεται ως απαραίτητο επακόλουθο στην  όλη διαδικασία της πορείας και ως προς τον στόχο, του συγγραφέα. Το μάζεμα αγριολούλουδων[9] από τον ανακριτή, δημιουργεί μία νέα εικόνα και παράλληλα μία άλλη οπτική γωνία δίπλα στην κατεστημένη, του χαρακτήρα του ανθρώπου, με το συγκεκριμένο αξίωμα. Πρόκειται αλήθεια για  ασυνήθιστο χαρακτηριστικό, μία παραφωνία, του χαρακτήρα που προσδοκάται για τον άντρα του καθήκοντος; Είναι τελικά ένας ρομαντικός και ευαίσθητος τύπος που αρέσκεται στα αγαθά της  φύσης;  Στην  πορεία θα διευθετηθεί και θα απαντηθεί ετούτο το διπλό ερώτημα.  Επίσης η δοθείσα περιγραφή του μάνατζερ («καμουφλαρισμένη ειρωνεία»[10]), αντιτίθεται στις αντίστοιχες του ανακριτή και του κρατούμενου. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι  ο συγγραφέας προετοιμάζει το έδαφος, για την εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στον ανακριτή και στον κρατούμενο:  «ενθουσιάστηκε, λες...... / -Είμαι για νά ‘μαι...... ανάλογο ύφος» [11]. Είναι η ώρα της αποκάλυψης του χαρακτήρα του ανθρώπου πίσω από το καθήκον ή το λειτούργημα που απαιτεί αυτοκυριαρχία και ψυχρότητα.  Ο κρατούμενος συγκινείται από τη χειρονομία του δεσμώτη του,  ο μυημένος όμως σε όλα και για όλα ανακριτής, δεν είναι καθόλου βέβαιος για τη συμπεριφορά του κρατουμένου: «Αν τυχόν και κάνει μια κίνηση ύποπτη.... έχω το περίστροφο»[12] καταθέτει σα ν θέλει να επιβεβαιώσει τον εαυτό του, για την κίνηση που επιβάλλεται σε μία τέτοια περίπτωση. Η πείρα του υποδεικνύει διαρκή επαγρύπνηση και επαγγελματική παρακολούθηση πέρα από το προσωπικό του ήθος.

 

Flashback, visual affects

Η στρατηγική της εφαρμογής της θεωρίας του puzzle ενισχύεται και από τα flashback[13].  Διαπιστώνεται ότι τα δεύτερα στη σειρά, προηγούνται.  Π.χ. το κεφάλαιο στη σελ. 18, προηγείται στην ουσία του κεφαλαίου, στη σελ. 9. Αυτή η τεχνική συνεχίζεται ως τα τελευταία κεφάλαια[14]. Στο σημείο αυτό ο κρατούμενος έχοντας παρακολουθήσει τη συμπεριφορά του ανακριτή, υποψιάζεται τα σχέδιά του.  Από εδώ και μπρος συνάπτεται μία νέα σχέση, μία διάθεση αποκάλυψης, καλυμμένης ωστόσο από είδος υποκρισίας, είδος ηθοποιίας, εκ μέρους όλων των χαρακτήρων του έργου. Η περιπέτεια αποδεικνύεται ανωφελής. Ο ανθρωπισμός υπερισχύει για κάποιον λόγο και προωθεί στην δημιουργία ενός δεσμού ανάμεσα στους δύο αυτούς αντίθετους -στα πλείστα πιθανόν- ανθρώπους, που η τύχη τους φέρνει πολύ κοντά, κάτω από απαράδεκτες συνθήκες.  Μία  εύθραυστη σχέση αλληλεγγύης και εκτίμησης  γεννιέται ανάμεσά τους: ανθρώπου προς άνθρωπο, της εξουσίας και του κυνηγημένου, του δυνατού εκ των πραγμάτων και του αδυνάτου, του δικαίου και του αδίκου.

 

Καθηλώνει η πρωτοτυπία του, τα μηνύματά του προβληματίζουν και δημιουργούν ερωτηματικά για την εξέλιξη της υπόθεσης και το τέλος της.  Η αφήγηση στο πρώτο και τρίτο πρόσωπο  παρέχει μία αίσθηση οραματισμού, που  ενισχύεται με τη συνεχή προβολή εικόνων κατά φαντασία, παρόμοια όπως συμβαίνει με τις οπτικές σκηνές στον κινηματογράφο[15]. «Διασταύρωσις εν όψει..... κι έπρεπε νάχει τα μάτια του δεκατέσσερα» [16]. Η τεχνική  της αφήγησης του Σαμαράκη, στο πρώτο ή στο τρίτο πρόσωπο δημιουργεί ή αναιρεί τις εντυπώσεις της αμεσότητας[17]. Αυτή η παλινδρόμηση σχετίζεται πάντα με την αφήγηση και την αναφορά σε παρελθόντα γεγονότα ή flashback. Η μέθοδος πείθει τον αναγνώστη για την ύπαρξη του «Καφέ Σπορ» και του περιβάλλοντός του. Μέχρι αυτή τη στιγμή ο αναγνώστης δεν υποψιάζεται, ότι ο χαρακτήρας με το «λυμένο κορδόνι» σκέφτεται τη γυναίκα που θα τον περιμένει στις εφτά στο ταχυδρομείο και ότι η θέση της προσδιορίζεται με πειστικότητα: «μπροστά στα ‘Συστημένα - Εξωτερικού’». 

 

Ο αναγνώστης βρίσκεται ανελλιπώς παρών στο άμεσο περιβάλλον των χαρακτήρων του Σαμαράκη: η τουαλέτα είναι παρούσα δίπλα στον θαμώνα, τον μέχρι τώρα άγνωστο, που όμως ζωγραφίζει τους δύο κύκλους. Αν και η συμπεριφορά του είναι η συνήθης ο συγγραφέας εμφυτεύει στον αναγνώστη του την υποψία που δεν υπήρχε πριν[18]: «Αν το γκαρσόνι... αδύνατον να μαντέψει... τι παριστάνουν οι δυο αυτοί μικροί κύκλοι»[19]. Αξιοσημείωτη λοιπόν εδώ και η χρήση σχεδιαγραμμάτων.  Δύο ομοιόμορφα σχέδια[20], σύλληψη μία τεχνικής εντυπώσεων -visual affects[21]- για την ενίσχυση της μνήμης σε σχέση με τα επεισόδια του έργου και  τη σημασία τους.  Ο Σαμαράκης επιδιώκοντας να μπερδέψει και πάλι τον αναγνώστη  του[22], ζωντανεύει τον έντονο ερωτικό διάλογο του αγνώστου και της φίλης του[23] όταν ο τύπος του καφενείου θυμάται τις ερωτικές σκηνές με τη γυναίκα του ραντεβού του.   Και ξαφνικά ο χαρακτήρας υπό παρακολούθηση δαγκώνει το τσιγαρόχαρτο στο σημείο όπου είχε σκιτσάρει τον μικρότερο από τους δύο κύκλους.  Έχει άραγε κάποια άλλη σημασία πέρα από το γεγονός ότι πιθανόν οι κύκλοι να σχετίζονταν με την μνήμη του στήθους της φίλης του; «Τον είχε ωθήσει μια δύναμη... στο δωμάτιό του. Εκεί που παλεύανε.... της δαγκώνει το στήθος.   Το μικρότερο.  Το δεξί» [24]. Ο συγγραφέας θέτει ένα τέλος στην υποψία στην οποία έχει συνηθίσει τον αναγνώστη του να υιοθετεί και αποκαλύπτει την αλήθεια: «Πού να μαντέψει ένας τρίτος πως οι δυο αυτοί κύκλοι είναι το στήθος της»[25].

 

Εκπλήξεις, Κατασκοπία (undercover work)

Το γεγονός ότι ο Σαμαράκης περνάει αναπάντεχα σε απροσδόκητα ασήμαντες λεπτομέρειες που οδηγούν στην ουσία των πραγμάτων τελικά, προσθέτει στην τεχνοτροπία του των εκπλήξεων. Στο πρώτο κεφάλαιο[26] μας δίνει ένα στοιχείο υπό κράτηση: το σημάδι κάτω από το δεξί αυτί του υπόπτου.  Πρόκειται για τον κρατούμενο.  Στην πορεία συστήνει στον αναγνώστη του και τρεις νεαρούς[27] που συζητούν για το φιλμ «Ομορφιά της Νύχτας», σα να πρόκειται για πραγματική παραγωγή που προβαλλόταν στις αίθουσες του κινηματογράφου. «Διχασμένος ο τύπος, διχασμένη η κοινή γνώμη... πολύς θόρυβος... –υπερτολμηρό-θέμα» λένε, θυμίζοντας κριτική εφημερίδος.

 

Η κατασκοπία είναι μέρος της καθημερινότητας είτε σε ελάχιστη κλίμακα όταν πρόκειται για παρακολούθηση χωρίς επακόλουθα, είτε αν πρόκειται  για undercover work με συνέπειες.  Εδώ λέμε ότι πρόκειται για την πρώτη περίπτωση,  αν και θα μπορούσε να είναι και η δεύτερη, καθώς ο τύπος του Καφέ Σπορ  αναφερόμενος στους δύο μεσήλικες που προσέχει, λέει: «Είχανε και κάτι μπλοκ.... Μια στιγμή μου φάνηκε και πως μυρίζανε  μαγειρικό λίπος»[28].  Η περιγραφή οσμών απαντά και σε άλλους Έλληνες συγγραφείς[29] και υπάγεται στην ανάγκη περιγραφής του για το δόσιμο της ακριβούς εικόνας, αλλά και για τη διέγερση κάποτε της  αίσθησης της γεύσης, μέσω της μνήμης. 

 

Η υπόθεση

Ο δέσμιος άνδρας είναι ένας πολίτης που η Ασφάλεια τον θεωρεί ύποπτο για δράση εναντίον του «Καθεστώτος».  Το «Σχέδιο» των ανδρών της Ασφάλειας είναι να στήσουν παγίδα στον ύποπτο,  ώστε εκείνος να θεωρήσει ότι του δίνεται  η ευκαιρία να το ‘σκάσει’. Καθώς το πρόσωπο που μπορεί να επιβεβαιώσει την ενοχή του δέσμιου, είναι νεκρό, το «Σχέδιο» εφαρμόζεται για την  αποκάλυψη της ενοχής του. Τα πρόσωπα που εφαρμόζουν το «Σχέδιο» είναι δύο έμπιστοι άνδρες του  «Καθεστώτος», που φέρουν τους τίτλους του «ανακριτή» και του «μάνατζερ». Ο τελευταίος είναι πράκτορας του «Καθεστώτος». Οι τρεις άνδρες ταξιδεύουν με αμάξι ως τη στιγμή που αυτό αδρανοποιείται λόγω βλάβης. Ο μάνατζερ μένει με το αμάξι στο γκαράζ, ενώ ο ανακριτής με τον κρατούμενο καταφεύγουν σε ένα ξενοδοχείο.  Ο ανακριτής προτείνει στον κρατούμενο να βγούνε μία βόλτα στην πόλη με την ευχή, ο κρατούμενός τους να βρει την ευκαιρία να δραπετεύσει, ώστε να συλληφθεί με μία νέα κατηγορία.  Ο κρατούμενος όχι μόνο δεν δραπετεύει, αλλά επιστρέφει με τον ανακριτή πίσω στο ξενοδοχείο, όπου τελικά η τύχη του παρουσιάζει μία νέα ευκαιρία για να δραπετεύσει. Ο ανακριτής δεν μπορεί να παίξει πλέον το κρυφτό της γάτας και του ποντικού.  Αντιλαμβάνεται την αδυναμία του να στραφεί εναντίον εκείνου του ανθρώπου με τον οποίο είχε περάσει κάποιες ενδιαφέρουσες στιγμές και είχαν έρθει κοντά ο ένας στον άλλο.  Ο μάνατζερ που βρίσκεται απέναντι και στους δύο συνενόχους με τεταμένο το χέρι που κρατά όπλο, αποτελεί τη διαπίστωση του μέγιστου «Λάθους» του «Καθεστώτος»: δεν ελήφθη υπόψη ο ανθρώπινος άνθρωπος!   

 

Ανάλυση

Η λεπτομερειακή αφήγηση κλιμακώνεται με την παροχή σπουδαίας πληροφορίας: αφορά τη σύλληψη του αγνώστου του «Καφέ Σπορ» από τον πράκτορα της ειδικής Υπηρεσίας[30].  Το «δεύτερο κρούσμα», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο συγγραφέας [31],  υποκινεί την υποψία του αναγνώστη-θεατή. Η αναφορά του ανακριτή για την ‘Υπόθεση «Χαρτί Τουαλέττας», αν και φαίνεται να γελοιοποιεί τη σοβαρότητα των καθηκόντων του ανακριτή, τον ρόλο του και την προσφορά του «Καθεστώτος»[32], ταυτόχρονα αποκαλύπτει την ανάγκη καταγραφής παρατηρήσεων ή σκέψεων, για οποιοδήποτε υλικό, οποιαδήποτε δοθείσα στιγμή. Πρόκειται για στοιχεία που συμβάλλουν κάποτε τα μέγιστα στη διαλεύκανση μίας αστυνομικής υπόθεσης   Ο Σαμαράκης τονίζει τις διαφορετικές συνθήκες που συναντά ο άνθρωπος του καθήκοντος, χωρίς αυτό να μειώνει το μυστήριο και τον θρύλο των καθηκόντων του.  Παρόμοια πράττει αργότερα και σε σχέση με τη σοβαρότητα του ρόλου του «Μάνατζερ».  

 

Το μήνυμα[33] για το «Καθεστώς» είναι αποκαλυπτικό. Πρόκειται περί καθεστώτος καταπίεσης της ελευθερίας του ατόμου. Υπάρχει κάποια αοριστία ως προς το είδος της απολυταρχίας. «Οι ύποπτοι ομολογήσανε την ενοχή τους»[34] αυτή η πληροφορία αποκαλύπτει  ότι ύποπτοι είναι όλοι εκείνοι που δεν υποστηρίζουν το «Καθεστώς».  Ίσως και να αφορά οποιοδήποτε επιβλαβές προς τους πολίτες καθεστώς, τελικά όμως εκείνο προς το οποίο εναντιώνεται ο συγγραφέας. 

 

Οι δύο υπεύθυνοι του «Καθεστώτος»: ο ανακριτής και ο μάνατζερ έχουν τη σπουδαία αποστολή της μεταφοράς του υπόπτου -κρατουμένου πλέον- από το σημείο Α’ στο σημείο Β’.  Ο ανακριτής αναλογίζεται το πτυχίο του[35], τον πόνο στο στομάχι του και πότε άρχισε, τους λόγους του άγχους του, το οποίο δεν ομολογεί, και πού είναι «οι ανακρίσεις η μία πάνω στην άλλη», η «ολονυχτία», «οι αναρίθμητοι καφέδες και τα απανωτά τσιγάρα»[36]. Διάγει έναν ανθυγιεινό βίο και το κόστος του άγχους του, είναι ανυπολόγιστο.  Γίνεται κατανοητή η πίεση του «Καθεστώτος» όχι μόνο εναντίον των υποθετικά ή πραγματικά διακειμένων εχθρικά εναντίον του, αλλά και εναντίον των υπηρετούντων αυτό.

 

Τελικά ο ένας ύποπτος αυτοκτονεί με υδροκυάνιο για να αποφύγει την τιμωρία του «Καθεστώτος». Η δήλωση του ανακριτή: «Μας ξέφυγε με το μαλακό»,  μπορεί να εκληφθεί ποικιλοτρόπως: ότι ο ανακριτής εκφράζεται από τη θέση του ή ότι είναι αδιάφορος για την τραγική αυτοχειρία του υπόπτου, από το φόβο της τιμωρίας.  Με έναυσμα το παρόν ο Σαμαράκης πάει πίσω στο παρελθόν εφαρμόζοντας την τακτική των flash back. Με την αυτοκτονία του ενός από τους δύο υπόπτους του «Καφέ Σπορ», η προσοχή του αναγνώστη συγκεντρώνεται στους: ανακριτή, μάνατζερ και τον κρατούμενο, πρώην ύποπτο του «Καφέ Σπορ». Αναφέρονται κάποιες λεπτομέρειες που αφορούν το παρελθόν του μάνατζερ αυτή τη φορά. Ο τελευταίος[37] ήταν   θιασάρχης (επιστατούσε το «Μεγάλη Ρεβύ Ψύλλων») πριν γίνει πράκτωρ της «Ειδικής Υπηρεσίας»[38]. Ομολογεί όμως ότι ήταν μόνο «Μάνατζερ σε αγώνες κατς» [39], γεγονός που τον καθιστά πιο κατάλληλο για τον ρόλο του στην «Ειδική Υπηρεσία του Καθεστώτος».

  

Η υπόθεση εκτυλίσσεται, παρόμοια και η σχέση των τριών συνταξιδιωτών: του ανακριτή, του μάνατζερ και του κρατουμένου. Είναι μία σχέση πολιτισμένη, και εκφράζεται μέσα από συζήτηση η οποία δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο κρατούμενος θεωρεί ότι είναι αθώος και συμπεριφέρεται ως τέτοιος. Σε ένα νέο κεφάλαιο[40] αρχίζει η κατάστρωση σχεδίου,  για να αποσπάσουν με μεθοδικότητα την ομολογία του υπόπτου, ώστε να δικαιωθούν τελικά  οι υποψίες των υπηρετούντων την «Ειδική Υπηρεσία»: «οι αναρχικές εκθέσεις δακτυλογραφούνται εις τετραπλούν... Το καθαρό... στον ανακριτή...»[41]. Καθώς ο ανακριτής αναφέρεται στην λειτουργία της «Ειδικής Υπηρεσίας», αποδεικνύεται η έλλειψη εμπιστοσύνης: «άκρως ευαίσθητο –η μόνη ευαισθησία... στην Ειδική Υπηρεσία»[42]. Το πιστεύω ενός πράκτορα της «Ειδικής Υπηρεσίας» δίνεται με άνετη πειστικότητα: «είναι να διψάει... όσα συμβαίνουν έξω... αλλά να μη ενδιαφέρεται ποσώς για ό,τι συμβαίνει μέσα στην Ειδική Υπηρεσία»[43]. Αυτό αποδεικνύει αναμφίβολα μία Πυραμίδα όπου οι κατώτεροι δεν γνωρίζουν τα των καθημένων στις υψηλές βαθμίδες.

 

Και ποια είναι επιτέλους η γνώμη του «Καθεστώτος» για τους πολίτες;   Επεξηγεί: «για το Καθεστώς ‘φιλήσυχος πολίτης’ δεν σημαίνει τίποτα... Για να είσαι εχθρός του Καθεστώτος... Φτάνει να μην είσαι με το Καθεστώς... για το Καθεστώς ισχύει ο νόμος: ‘ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί’» [44].  Ο ανακριτής σκέφτεται καθώς θυμάται τις φράσεις του προϊσταμένου του:  «’Ο μη ων.... εστί’ το Καθεστώς είναι η διαχωριστική γραμμή που τέμνει εμάς και τους άλλους... Όποιος είναι με το Καθεστώς... Ανάμεσα στις δυο όχθες, η άβυσσος». Βασανίζεται με τη φιλοσοφία του «Καθεστώτος».  Υπάρχει ένα δίλημμα στο  νου του κουρασμένου ανακριτή:  «Το μυστικό, το κλειδί της επιτυχίας… είναι η απλούστευση. Όσο  λιγότερο λειτουργεί η σκέψη σας –τόσο και πιο πολύ είσαστε ευτυχείς και αποδοτικοί για το Καθεστώς.  Ο υπ’ αριθμόν 1 κίνδυνος είναι το να σκέφτεστε... με το Καθεστώς –όχι με το Καθεστώς»[45]. Η συνέχεια αποδεικνύει την πιθανή υποψία του αναγνώστη: αυτή η σκέψη ήταν εκείνη που πρόδωσε την προσπάθεια του ανακριτή να υπηρετήσει πιστά το «Καθεστώς».  Ο απελευθερωμένος πλέον νους του ενέδωσε στον ανθρωπισμό που καταπιεζόταν από το καθήκον στους κανόνες του «Καθεστώτος» και που αναδύθηκε στην επιφάνεια μέσα από την επικοινωνία του με τον κρατούμενό τους, για να καλύψει τελικά τον προηγούμενο σκεπτικισμό του[46].

 

Η ονομασία της οδού που κατοικούσε ο κρατούμενος «Οδός Νίκης 120α»[47] , ο τίτλος «Υπάλληλος Γραφείου Ταξιδίων και Γενικού τουρισμού ‘Ερμής’», οι ονομασίες: «Ειλικρίνεια»[48], «λεωφόρος Παλαιών Πολεμιστών», «Πλατεία Δημοτικού θεάτρου»[49], «Λεωφόρος Θριάμβου», «Πλατεία Πανεπιστημίου», δένουν τον αναγνώστη με το κείμενο, καθιστώντας αυτό περισσότερο αληθινό, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργούν μία πεποίθηση ανεξαρτητοποίησης από τους μυθικούς ζυγούς αγανάκτησης για το «Καθεστώς» και την παράλογη δύναμή του.

 

Ωστόσο το δράμα δεν έχει κορυφωθεί, ακόμη.  Το περίφημο «Σχέδιο» που έχει μπει σε εφαρμογή ενωρίτερα[50], με σκοπό την ομολογία του κρατουμένου, εξελίσσεται. Ο διάλογος για δήθεν «χαλασμένο» αυτοκίνητο, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και το μοίρασμα των ευθυνών[51], με το τυχερό «Μονά ή ζυγά», ανάμεσα στον ανακριτή και στον μάνατζερ, πείθουν. Στη συνέχεια[52], το «Σχέδιο» αναφέρεται, επεξηγείται και χαρακτηρίζεται ως το τέλειο «Σχέδιο».   Η έμφαση, η πίστη και η εξύμνηση του «Σχεδίου», είναι μία αποτελεσματική τεχνική του Σαμαράκη για να γίνει περισσότερο αισθητή η αποτυχία του  τελικά, καθώς ετούτο στηρίζεται σε τεχνικά ανορθόδοξα πιστεύω και όχι στην ανθρώπινη φύση που χαρακτηρίζεται  και για τα συναισθήματά της. 

 

Για ευνόητους λόγους[53] περιγράφεται και το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου φιλοξενούνται οι τρεις άντρες, μαζί.  Περιγράφεται επίσης η «μαρκίζα» των 25 εκατοστών, του παραθύρου, μόνο που το δωμάτιο βρίσκεται στον έβδομο όροφο του κτιρίου[54].  Στην πορεία οι πρωταγωνιστές είναι μόνο δύο: ο ανακριτής και ο κρατούμενος. Υπάρχει ειδικός λόγος γι’ αυτό: ο συγγραφέας επιτρέπει μία στενότερη σύνδεση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, οπότε ο τρίτος περισσεύει (το αγγλικό ‘two is a company, three is a crowd’). Η σχέση των δύο βρίσκεται σε μία νέα φάση: πρόκειται για τη σχέση ανάμεσα στον κυνηγό και στον κυνηγημένο. Οι δύο άντρες πρόσωπο με πρόσωπο, αντιμετωπίζουν μία νέα κατάσταση, αυτή που θα συντελέσει στην πραγματοποίηση του «Λάθους».  Το σκάκι αποβαίνει το σύμβολο των κινήσεων των δύο αντρών, καθώς πρόκειται για ένα παιχνίδι αυτοσυγκέντρωσης και διανόησης, τελικά. Εδώ γεννιέται η εκτίμηση της ικανότητας των δύο αντιπάλων και ο αλληλοσεβασμός[55] ανθρώπων που δοκιμάζουν την τύχη τους στη σκακιέρα.  Η καμαριέρα αποβαίνει το μέτρο της ανθρώπινης πλευράς των δύο αντρών[56].

 

Η βόλτα ανανεώνει τη διάθεση και σπάει τη μονοτονία, ενώ η λεπτομέρεια με τον κουρέα αποκαλύπτει την εντύπωση της σχέσης  των δύο, του κρατούμενου και του ανακριτή: «-Ποιος από τους κυρίους θα περάσει πρώτος; Εσείς ή ο φίλος σας;» Η όλη διαδικασία είναι αρκετά διασκεδαστική, στην πραγματικότητα όμως γελοιοποιεί τον ανακριτή που χαμηλώνει τον πήχη του καθήκοντος εφόσον μαζί με τον κρατούμενό του επισκέπτεται τον κουρέα.  Το παιχνίδι του ανακριτή από μία σκοπιά εξελίσσεται σε επικίνδυνο γιατί  επιτρέπει στον κρατούμενό του επικίνδυνες κινήσεις, από την άλλη όμως αποκαλύπτουν την πεποίθησή του είτε στην ικανότητά του, είτε στην νομοταγή φύση του ύποπτου. Αν βέβαια ο ύποπτος ήταν νομοταγής δε θα βρισκόταν εκεί,  μπορεί όμως και να μην είναι, αλλά η σύλληψή του είναι ακόμη ένα λάθος του συστήματος που εφαρμόζει είτε το «Καθεστώς» είτε οι υπηρέτες του.

 

Στο μυθιστόρημα  αποκαλύπτεται[57] κάτι πολύ σημαντικό: «σιγά, σιγά... μια μικρή εγκαρδιότητα... γινότανε συνεχώς... πιο εύπλαστη πιο οικεία. Βασική ώθηση σ’ αυτήν την εγκαρδιότητα... θέμα που πάντα το συζητάνε δυο άντρες που βγαίνουν βόλτα στη πόλη: γυναίκες».  Προστίθεται λοιπόν ένα νέο στοιχείο επαφής των δύο, δεσμώτη και δέσμιου,  πέρα από το τεχνικό σκάκι: οι γυναίκες. Μεθοδικά ο Σαμαράκης οδηγεί τον αναγνώστη του στην ουσία του «Λάθους», που είναι η σχέση του κυνηγού με τον κυνηγημένο όπως ετούτη εξελίσσεται και παρ’ ελπίδα του συστήματος, ότι οι λειτουργοί του θα λειτουργήσουν σύμφωνα με τις δοθείσες προδιαγραφές του. Τελικά ακόμα και οι υπηρετούντες το «Καθεστώς» έχουν καρδιά, και διαθέτουν ψυχή. Ετούτο από μόνο του έχει κάποτε ανεπιθύμητες συνέπειες για το «Καθεστώς»  σε σχέση με τους στρατευμένους του. Γιατί η καρδιά και η ψυχή, το θυμοειδές του ανθρώπου τελικά, γεννούν δυνατά συναισθήματα, όπως τη συμπάθεια ή την εγκαρδιότητα, στοιχεία που όταν αναπτύσσονται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ανθρώπους και σε ανύποπτο χρόνο, συχνά μετασχηματίζονται σε κλειδιά αλληλεγγύης. Στο «Λάθος» επανεξετάζεται η αξία των ανθρωπίνων σχέσεων και το κόστος της. Ο δεσμώτης και ο δέσμιος έχουν εγκλωβιστεί σε ένα παράξενο ιστό αλληλεγγύης.  Όταν ο ένας τείνει να βοηθήσει τον άλλον, υποσυνείδητα πλέον, κοστίζει εξίσου και στους δύο, γιατί τελικά είναι άνθρωποι και ως τέτοιοι δεν έχουν θέση στο ψυχρό παιχνίδι, όπου ο δυνατός, το «Καθεστώς», πρέπει να νικήσει άσχετα με το δίκαιο ή το δικαίωμα. 

 

Η πορεία στην οποία μας άσκησε μέχρι στιγμής ο Σαμαράκης, παραμένει ενδιαφέρουσα στην τυπική της λεπτομέρεια, ασχέτως αν προσθέτει νέα στοιχεία που συντείνουν όλο και περισσότερο στο αποτέλεσμα που επιδιώκει. Κάποια στιγμή   εμφανίζεται το τρίτο πρόσωπο της «Ειδικής Υπηρεσίας»,  ως αρωγός στην επιτυχίας της αποστολής του ανακριτή και του μάνατζερ[58].  Σηματοδοτείται διαρκώς αυτό που αποδεικνύεται τελικά, ως επίκεντρο: οι σχέσεις του ανακριτή με τον κρατούμενο. Ο τελευταίος σκέπτεται  την όλη ιστορία από την αρχή της ως εκείνη τη στιγμή[59] : «Το λιγότερο που είχε να περιμένει στο Κεντρικό ήτανε ο θάνατος»[60]. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ως κρατούμενος, είναι τραγική.  Θίγεται το θέμα του θανάτου του και από εδώ απορρέει ένα άλλο σημαντικό στοιχείο: το θάρρος και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την τραγικότητα της θέσης του: «Θα έπαιζε θέατρο... ως τη στιγμή που θα έκανε την απόπειρα». Ο κρατούμενος είχε αποφασίσει να πάρει την τύχη του, στα δικά του χέρια και όχι να παραιτηθεί στα χέρια των κυνηγών του.

 

Ο ανακριτής τα παίζει όλα «κορώνα γράμματα»  χάριν της αληθοφάνειας του «τέλειου σχεδίου».  Καταθέτει  πώς θα ονόμαζε τη σκηνή με τις δύο γυναίκες που κάνουν παρέα ο κρατούμενός του και ο ίδιος: «Παιγνίδια  στην ακρογιαλιά». Οι σχέσεις των δύο αντρών, της εξουσίας και του κρατουμένου του, παίρνουν τελικά εξωπραγματικές διαστάσεις.  Σαν δυο παλιοί φίλοι βγαίνουν περίπατο, πηγαίνουν με δύο νέες κοπέλες για μπάνιο, συμπεριφέρονται σαν ξέγνοιαστοι νέοι, επισκέπτονται  το «Σπίτι του Μυστηρίου»[61], όπου δοκιμάζεται το ανθρώπινο συναίσθημα του φόβου και η ανάγκη να μοιραστεί, για να μικρύνει, με ένα συνάνθρωπο, τον όποιον συνάνθρωπο: «Τα χέρια μας.... κατασκότεινο δάσος παιδιά».

 

Ο Σαμαράκης δεν έχει ακόμη αποκαλύψει το τελευταίο χαρτί του. Ο κρατούμενος σκέφτεται τον εαυτό του, τους δεσμώτες του και την πιθανή παγίδα τους[62].  Μας λέει καθαρά να ξεχάσουμε τις υποθέσεις περί συνταυτίσεως του ανακριτή με τον κρατούμενό του και επομένως δεν υφίσταται χαλάρωση  ή και απόλυση αυτού κάποια στιγμή.  Ο ανακριτής σκέφτεται το περίφημο «Σχέδιο», και το λύγισμα του κρατουμένου του.  Είναι ολοφάνερο ότι ο καθένας από τους δύο άντρες σκέφτεται τον εαυτό του και δρα με αυτή την προϋπόθεση. Παίζουν λοιπόν στην τύχη και ελπίζουν να κερδίσουν, ο καθένας για τον εαυτό του. Ο ανακριτής περιμένει το λύγισμα του κρατουμένου του, λες και από φιλότιμο, για τη διάσωση του κύρους του στην «Ειδική Υπηρεσία». Αναρωτιέται ωστόσο για την τελειότητα του «Σχεδίου». Ο κρατούμενος με την συμπεριφορά του πλησιάζει να τον πείσει για την αθωότητά του και περιμένει. Η ψυχολογία του θυμίζει θερμόμετρο[63].  Αναρωτιέται όμως γιατί δεν έδρασε όπως ονειρευόταν: «να ξεφύγει». Παρά το γεγονός ότι  ο συγγραφέας θέλει να πείσει για τις  διαφορετικές σκοπιμότητες  των δύο αντρών, ξαφνικά φορτίζει τον αναγνώστη με ένα νέο δίλημμα: το ερωτηματικό του κρατουμένου μας παρουσιάζει μία διαφορετική πιθανότητα πια. Υπάρχει λοιπόν κάτι που οφείλεται στην εξοικείωσή του με τον ανακριτή και τον εμποδίζει να διασώσει τον εαυτό του;   Υπάρχει ένα ολοφάνερο συμπέρασμα: και οι δύο άντρες είναι θύματα του «Καθεστώτος». Αν και σε διαφορετικά στρατόπεδα είναι δύο θύματα που κουβαλούν το άγχος που προκύπτει από την πίεση που -αν και για διαφορετικούς λόγους- ασκεί το «Καθεστώς». Ο κρατούμενος πάνω στην υγρή μαρκίζα του παραθύρου ακούει τον  ανακριτή να προσπαθεί να τον απομακρύνει από  εκεί, για να διαφύγει τον θάνατο.   με την αναπάντεχη λύση: «τίγρη»[64].  Επρόκειτο για τη λέξη στο «4 κάθετος».  Ο ανακριτής με όλες τις αμφιταλαντεύσεις του που δεν έχουν σχέση παρά μόνο με το άτομό του,  είναι άνθρωπος τελικά: «Φύγε» λέει στον κρατούμενό του και συνεχίζει: «ένα λάθος κυκλοφορεί παράνομα σε ό,τι θεωρούσαμε σίγουρο και απαρασάλευτο, ένα λάθος είναι κάπου εδώ γύρω μας, μέσα μας ένα λάθος». Ο θάνατος έρχεται να επισφραγίσει την πορεία των δύο ανθρώπων που μπλέχθηκαν στα γρανάζια της τύχης που επέβαλε το «Καθεστώς». Υπάρχει ο μάνατζερ που από ένα άσχετο επαγγελματικό παρελθόν αποκαλύπτεται ζηλωτής των καθηκόντων του, φιλόδοξος ως προς την αναγνώριση και την εκ τούτου αναρρίχηση εντός της «Ειδικής Υπηρεσίας»: Εκτελεί  με ψυχρότητα τον αδύναμο ανακριτή. Η αυλαία σύρεται όταν ο κρατούμενος γλιστρά από την υγρή  μαρκίζα του παραθύρου του ξενοδοχείου και βρίσκεται στο δάπεδο το οποίο και περιγράφεται.

  

 

Κριτικές

Ο Σαμαράκης κατόρθωσε και απέσπασε καλές κριτικές γιατί απλά το θέμα του είναι αιώνια επίκαιρο. Μεταξύ των ενόχων, των κατηγορουμένων, και των εξουσιών υπάρχει ένα χαρακτηριστικά αγεφύρωτο χάσμα. Η ιστορία του αφορά μία φανταστική πολιτική κατάσταση ένα θρίλερ χωρίς περιορισμούς χώρου, χώρας, έθνους, ανθρώπων. Με μέσον οπτικές και κινηματογραφικές τεχνικές, πέτυχε στο σκοπό του: να μεταδώσει την ανθρώπινη ανάγκη μέσα σε ένα κρύο Καθεστώς. Το «Λάθος» γνώρισε μεγάλη επιτυχία εντός και εκτός Ελλάδας. Μεταφράστηκε σε 31 γλώσσες και δέχτηκε ενθαρρυντικές κριτικές, από ανθρώπους του πνεύματος ετούτων των χωρών. Ο Αντώνης Σαμαράκης τιμήθηκε για το συγκεκριμένο μυθιστόρημά του με δύο λογοτεχνικά βραβεία: στην Ελλάδα με το βραβείο των «12» (1966) και στη Γαλλία με το Μεγάλο Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας (1970). Με βάση το μυθιστόρημα «Το Λάθος» γυρίστηκε το 1975 ταινία στη Γαλλία από τους Ζαν-Κλωντ Καριέρ και Πέτερ Φλέισμαν, με τον τίτλο La faille

 

O Edwin Jahiel (Έντουϊν Τζάχιελ), καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας, συνέκρινε το μυθιστόρημα με αντίστοιχα έργα των Κάφκα, Κέστλερ και Όργουελ[65]. Then comes back a flash back... becomes a peacockEdwin Jahiel (σελ. 21 και επίσης:  

‘There are episodes worthy of  Fellini (The Seashore) or Orson Walles ‘The Funa Fair and of Hitchcock...’

 Ο Jean Bueges το χαρακτηρίζει ‘είναι εξαιρετικής ιδιοφυΐας ‘Το Λάθος’ αμείλικτο. Γεμάτο εκπλήξεις’, Les Etoile deParisMatch’.  Η Agatha Christie γράφει: ‘Ολοένα και  λιγότεροι είναι οι συγγραφείς που έχουν γνήσια πρωτοτυπία και δύναμη φαντασίας.  Το λάθος το χάρηκα’. Και ο Arthur Miller γράφει: ‘εύχομαι.... να διαβάσουν το Λάθος όσοι καπηλεύονται τη δημοκρατία...’

 

Άλλα έργα του είναι: «Ζητείται Ελπίς», «Σήμα Κινδύνου», «Αρνούμαι», «Το Διαβατήριο», «Η Κόντρα», «Αυτοβιογραφία 1919 - », «Εν Ονόματι» κ.τ.λ. 

 

 

Βιβλιογραφία

Edwin Jahiel, The Cinematic World of A. Samarakis, p.21

Edwin Jahiel, "Antonis Samarakis: Fiction as Scenario," in Books Abroad (copyright 1968 by the University of Oklahoma Press), Vol. 42, No. 4, Autumn, 1968, pp. 531-34. e Notes

Edwin Jahiel, "Antonis Samarakis's 'To Diavatírio'," in Books Abroad (copyright 1975 by the University of Oklahoma Press), Vol. 49, No. 1, Winter, 1975, pp. 58-61.

Ν. Καζαντζάκης, Η Αναφορά στο Γκρέκο

Ν. Καζαντζάκης, Νικηφόρος Φωκάς,

Μ. Μερακλής, Λογοτεχνική Κριτική Ι, Μελέτη 9, Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, 1971, σελ. 239

Merry, Bruce, Encyclopedia of modern Greek literature, Greenwood Publishing Group, 2004, σ. 381

Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, 44η έκδοση, Εκδόσεις, Γ.Κ. Ελευθερουδάκης, Α.Ε. 

Αντώνης Σαμαράκης, «Το λάθος», Εκδόσεις Ελευθερουδάκη, 41η έκδοση, Αθήνα 1991

Α. Σαχίνης, Μεσοπολεμικοί και Μεταπολεμικοί Πεζογράφοι, Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη, 1979, σελ. 122

 

 


[1] Βιογραφικό σημείωμα

Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.  Επέδειξε αξιόλογη κοινωνική δράση και υπήρξε από τους δημοφιλέστερους Έλληνες συγγραφείς. Για είκοσι χρόνια προσέφερε μεγάλη βοήθεια στη UNICEF και το 1984 υπήρξε ο επικεφαλής της ελληνικής εκστρατείας κατά του λιμού της Αιθιοπίας. Ταξίδεψε εκεί δύο φορές και έγραψε το «Αιθιοπία: Οδοιπορικό Θανάτου και Οδοιπορικό Ζωής» κείμενα για την ταινία του Π. Βούλγαρη που γύρισε η ΕΡΤ για τη UNICEF[1]. Τα έργα του ασχολούνται με τα ζωτικά θέματα της ειρήνης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, με την κοινωνική δικαιοσύνη και με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κηρύχθηκε Επίτιμος διδάκτωρ, ομόφωνα, του Τμήματος Φιλο­λογίας των Πανεπιστημίων Αθηνών, Πατρών και Ιωαν­νίνων. Κηρύχθηκε επίσης  Επίτιμος δημότης σε 37 πόλεις στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Έλαβε μεταξύ άλλων  αναγνωρίσεων το Χρυσό Μετάλλιο Αξίας της πόλεως των Αθηνών. Τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος Εθνάρχου Μακαρίου Γ΄, Κύπρος. Πέθανε τον Αύγουστο του 2003 σε ηλικία 84 ετών[1].

[2] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, 44η έκδοση, Εκδόσεις, Γ.Κ. Ελευθερουδάκης, Α.Ε. 

[3] Είναι η ομιλούμενη γλώσσα η καλούμενη δημοτική και που απέβη το όργανο έκφρασης -από ενωρίς τον 20ό αι.- λογοτεχνών εμβέλειας όπως ο Ν. Καζαντζάκης, ο Σ. Μυριβήλης, Ο Π. Πρεβελάκης, ο Βασίλης Βασιλικός και πολλοί άλλοι. 

[4] ‘Στο κείμενο έχουν καταλάβει ... και άλλα πολλά’, Μ.Γ. Μερακλής, Λογοτεχνική Κριτική Ι, Μελέτη 9, εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη, 1971, σελ. 239

[5] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 14

[6] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 18

[7] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 19

[8] Αντώνης Σαμαράκης,  Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 10

[9] Αντώνης Σαμαράκης,  Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 16

[10] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π., σελ. 16

[11] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 16

[12] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 17

[13]Then comes a flashback; piecemeal through a montage of visual and affective thought –the interior monologue.... becomes a peacock’. E. Jahiel, The cinematic World of Antonis Samarakis, p.21

[14] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 207

[15] “These techniques are given much wider scope in ‘The Flaw’ which is entirely .... that he is dreaming.  There are episodes worthy of Fellini.... visually.  The chessboard pattern in  ‘The Flaw’...  rushes to his death”, Edwin Jahiel, The cinematic World of Antonis Samarakis,  p.21. Also:  “Language as a tool for the affirmation of a relative hope attains its high point in "The Flaw" (1965), a novel which ranks with the great works of Kafka, Orwell, or Koestler. It is a thriller, a political detective story which absorbs completely; it is also a metaphysical thriller, like Oedipus Rex and Crime and Punishment. It is the struggle for man's soul, the struggle between self-respect and the powers of darkness”. (p. 533) (from eNotes, Source:

Edwin Jahiel, "Antonis Samarakis: Fiction as Scenario," in Books Abroad (copyright 1968 by the University of Oklahoma Press), Vol. 42, No. 4, Autumn, 1968, pp. 531-34.) [from eNotes, Source: Contemporary Literary Criticism, ©1976 Gale Cengage.)

[16] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 14

[17]Η ανάμειξη του τρίτου που αναλαβαίνει να εξηγήσει τη συνέχεια του μυθιστορήματος, απομακρύνει από την αρχική αμεσότητα του αφηγητή στο πρώτο πρόσωπο

[18] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 18

[19] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 21

[20] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 46, 47

[21] Study guide, p. 8

[22] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 21

[23] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 22

[24] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 23

[25] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 25

[26] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 14

[27] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ..23

[28] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  24

[29] Όπως στα έργα του Ν. Καζαντζάκη: Αναφορά στον Γκρέκο, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά,  Κούρος κ.τ.λ.

[30] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  26

[31] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 26

[32] ‘Η ειδική υπηρεσία για την προάσπιση του Καθεστώτος Δικαιοδοσίας αποκλειστικά δική της’ (Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  32).

[33] Α. Σαχίνης, Μεσοπολεμικοί και Μεταπολεμικοί Πεζογράφοι, 2η έκδοση, Εκδ. Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη, 1979, σελ. 122

[34] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 32

[35] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 31

[36] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 33

[37] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 36

[38] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  37

[39] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 38

[40] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 39)

[41] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 41

[42] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 42

[43] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 43

[44] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 52

[45] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 59

[46] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 227-230

[47]Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  50

[48] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  98

[49] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 101

[50] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  63

[51] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  72-75

[52] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.   115-123

[53] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.   76-77

[54]Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.   220-230

[55] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  80-84

[56] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  84-85

[57]Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  σελ.102

[58] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  104-110

[59] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  126-147

[60] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  147

[61] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  181-183

[62] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ. 188-198

[63] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  200

[64] Αντώνης Σαμαράκης, Το Λάθος, ο. π.,  σελ.  226

[65] Merry, Bruce, Encyclopedia of modern Greek literature, Greenwood Publishing Group, 2004, σ. 381

 


 


 

 
    
Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info