ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            

 


Μια εκδρομή με τη θεία Αλεξάνδρα

Στην Αλεξάνδρα Ντίνου

 

΄Ενα διήγημα τού Χρήστου Ν. Φίφη

 

Η Θεία Αλεξάνδρα ήταν από τις πιο αγαπημένες μου. Δεν ήξερε πολλά γράμματα, μόλις είχε τελειώσει την τρίτη δημοτικού αλλά ήταν ένα εξαιρετικό κοινωνικό άτομο, με τα αστεία της, με τα τραγούδια της, αγαπημένη σύζυγος και μητέρα, σκληρά εργαζόμενη για στόχους που έβαζε προς επίτευξη, και κινητήρια δύναμη του σπιτιού της, μια θαυμάσια ελληνίδα Εξαιρετικοί άνθρωποι ήταν επίσης και ο θείος Μήτσος που με βοήθησε να πάω στο Γυμνάσιο και ο θείος Γιώργος που μού έστελνε κάποτε καμιά επιταγή από την Αυστραλία, αλλά όχι μόνο επειδή έτυχε να βοηθήσουν εμένα. ΄Ολοι σήμερα έχουν πεθάνει αλλά όταν συζητώ με κάποιους που τους γνώριζαν συμφωνούν ότι και τα τρία αδέρφια ήταν διαφορετικοί αλλά υπέροχοι άνθρωποι. Υπέροχη ήταν η θεία Αλεξάνδρα και στο τέλος της ζωής της. Υπέφερε από την επάρατο τα τελευταία 15 χρόνια τής ζωής της,. ΄Αρχισε ως καρκίνος του μαστού και μετά εμφανιζόταν ως λευκαιμία. Η ασθένεια τής έπαιζε κρυφτό, πότε εξαφανιζόταν για να επανεμφανιστεί οδυνηρότερη, αλλά αυτό δεν στεκόταν εμπόδιο να είναι ένα παραγωγικό και χαρούμενο άτομο και να ζει τη ζωή της με υπομονή και αξιοπρέπεια, γνωρίζοντας ότι την επόμενη μέρα μπορεί και να μην υπάρχει. Τής τηλεφωνούσα συχνά από την Αυστραλία, όπου διαμένω τα τελευταία 50 χρόνια και χαιρόμουν να μιλώ μαζί της. ΄Ηταν στους πρώτους μήνες του 2004 που μιλήσαμε για τελευταία φορά.

          Κιτσίκα μου καλά είμαι. Θέλω να σε δω φέτος που θα έχουμε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Μια εβδομάδα αργότερα μπήκε στο νοσοκομείο για τελευταία φορά. Πέθανε σε τρεις εβδομάδες σε ηλικία 77 χρονών, πέντε μήνες πριν την έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων.

Η θεία Αλεξάνδρα.ήταν η δεύτερη μικρότερη αδελφή τής μητέρας μου και το έκτο από τα εννέα παιδιά της γιαγιάς μου της Σαμαρούς από το Μελισσάκι, ένα μοναχικό συνοικισμό της Κόνισκας Αγρινίου. ΄Οταν πήγαινα στο Μελισσάκι μού έδειχνε τα μελίσσια τού παππού και με έπαιρνε μαζί της ψηλά στην Κατσερέλα να δω πώς κούρευαν τα γιδοπρόβατα και να βλέπω από ψηλά το σπίτι, το ποτάμι, τη λογγά και το μύλο.΄Οταν ερχόταν στην Κοσκινά, το χωριό μου, παίρναμε το βόδι και τη γαϊδουρίτσα να πιουν νερό στο ρέμα και να φέρουμε στο σπίτι φρέσκο νερό από την Πλατανόβρυση. ΄Οταν ήμουν τριών χρονών προσβλήθηκα από κακοήθη πυρετό και η θεία Αλεξάνδρα που ήταν στην Κοσκινά μαζί με τη θεία την Ξανθή, την αδελφή τού πατέρα, μού έσωσαν τη ζωή. Πήραν μια σκάφη και με ρίχνανε μέσα σε χλιαρό νερό, με έβγαζαν, μού έκαναν μαλακτικά μέχρι να συνέλθω και πάλι στο νερό. Καμιά δεν είχε ιδέα από νοσοκομειακή, είχαν ακούσει από πρακτικά αλλά ποτέ δεν χρειάστηκε να τα μεταχειριστούν προηγουμένως και εντούτοις κατάφεραν να με διατηρήσουν σώο. Αυτό δεν το θυμόμουν εγώ αλλά μου το αφηγούνταν η θεία Αλεξάνδρα.

          Αργότερα, στον εμφύλιο, η θεία Αλεξάνδρα πήγε στα αδέρφια της στο Ξυλόκαστρο και στάλθηκε στη μοδίστρα όπου έμαθε τη ραπτική καλά. ΄Οταν το 1951 ήρθε πάλι στο Μελισσάκι παντρεύτηκε το θείο Νίκο από τα Αμπέλια, που ήταν και αυτός φραγκοράφτης και πρώην πολιτικός κρατούμενος, που είχε φυλακιστεί και εξοριστεί και υποστεί πολλά βάσανα για την ιδεολογία του. Κάποιοι συγχωριανοί του τον κατηγόρησαν ψευδώς στις αρχές του εμφυλίου ότι έκρυβε όπλα. Αριστερός, οργανωμένος στο ΕΑΜ ήταν αλλά ποτέ δεν τού βρήκαν κρυμμένα όπλα τα αποσπάσματα. Παρόλα αυτά αυτός βασανιζόταν συνεχώς στις φυλακές και τα ξερονήσια.

          Η θεία Αλεξάνδρα όταν ήταν ακόμη στα Αμπέλια νιόπαντρη βοήθησε το θείο Νίκο να ανοίξουν το μαγαζί του χωριού και κάθε δυο φορές την εβδομάδα μετέφερε στο Θέρμο προϊόντα; του χωριού για πούλημα και από το Θέρμο στα Αμπέλια μικροεμπορεύματα για το μαγαζί και ψώνια των συγχωριανών. Αργότερα, όταν ο θείος Νίκος εγκαταστάθηκε για εργασία στο Κιάτο, η θεία Αλεξάνδρα διατηρούσε το μαγαζί στα Αμπέλια μόνη της, κάνοντας το ταξίδι με τα μουλάρια στο Θέρμο και πίσω, οχτώ και εννέα ώρες περπάτημα την ημέρα, δυο φορές την εβδομάδα. Την έβλεπα καμιά φορά στο Θέρμο όπου ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο και πάντοτε με φίλευε με κάποια φρούτα από το χωριό, ή και κανένα μικρό χαρτζηλίκι.

-Κιτσίκα, μού έλεγε, σού έφερα λίγο τυρί ή ένα βαζάκι με γλυκό κυδώνι που το έχω φτιάξει η ίδια. Τη ρώτησα γιατί επέμενε να με λέει Κιτσίκα. Κοίταξε, μού λέει, όταν ήσουν μικρός οι άλλοι σε έλεγαν Κίτσο. Δεν σού λέω, Κίτσος καλό είναι το όνομα αλλά έτσι αποκαλώ ένα από τα μουλάρια μου και ένας γείτονάς μου στα Αμπέλια φωνάζει Κίτσο το γαϊδούρι του. Κιτσίκας κρατάει το όνομα αλλά και το κάνει και διαφορετικό.

-Δεν πειράζει θεία Αλεξάνδρα, ένας κλέφτης καπετάνιος ονομαζόταν Κίτσος και μάλιστα  και το καρυοφίλι του  το αποκαλούσε Κίτσο.

-Κιτσίκας, Κιτσίκας, Κιτσίκα! ΄Ακου με μένα.

΄Οταν ο θείος Νίκος άνοιξε μαγαζί ωρολογιών στο Κιάτο πήγε εκεί και η θεία Αλεξάνδρα και άνοιξε νέο σπίτι. Στο σπίτι αυτό περνούσαν και φιλοξενούνταν κάμποσοι περιπλανώμενοι έμποροι γυροχωρίτες των Αμπελιών και πολλοί άλλοι συγγενείς και γνωστοί. Η θεία φρόντιζε το σπίτι και τα παιδιά της και εργαζόταν επίσης στα περιβόλια με μεροκάματο μέχρι που κατάφερε να αγοράσει οικόπεδο και περιβόλι δικό της και να χτίσει το καινούργιο της σπίτι. Στο περιβόλι της που φρόντισε να το εφοδιάσει με πηγάδι από το οποίο αντλούσε νερό, παρήγαγε τα καλύτερα λεμόνια, πορτοκάλια, μούσμουλα και βερίκοκα τού Κιάτου. Είχε τις κότες της και δυο γίδες. Πολλοί σχολίαζαν τι ανάγκη έχει η Αλεξάνδρα να εργάζεται στο περιβόλι. Είναι πλεονέχτισσα γιατί δουλεύει ενώ δεν τα έχει ανάγκη τα λεφτά. Δεν ήταν όμως έτσι. Η θεία Αλεξάνδρα δεν εργαζόταν για τα λεφτά. Το ένιωθε ανάγκη να έχει καλό περιβόλι, το είχε περηφάνεια να παράγει καλά προϊόντα για την αγορά και να δίνει και στον κόσμο. Αυτοί που τη σχολίαζαν γι’ αυτό ήταν κάτι κυρίες και μερικοί άνδρες που δεν έκαναν τίποτα πέρα από τις δουλειές τού σπιτιού τους για να μη λερώσουν τα χέρια τους, που περνούσαν την ημέρα τους στην τηλεόραση, στο καφενείο, στα χαρτιά, στο τσιγάρο και στο κουτσομπολιό. Ο θείος Νίκος ήταν ένας παραγωγικός, προοδευτικός και μειλίχιος άνθρωπος αλλά η Αλεξάνδρα ήταν η πηγή τής δύναμής του. ΄Οταν εγώ τελείωσα το γυμνάσιο και μετακινήθηκα στην Αθήνα την έβλεπα κάθε τόσο στην Αθήνα, στο θείο Μήτσο, όπου ερχόταν είτε να παραγγείλει πράγματα για το μαγαζί στο Κιάτο, είτε να δει το θείο Μήτσο και άλλους συγγενείς που σύχναζαν στο σπίτι του.. Θα πρέπει να πω ότι τόσο ο θείος Μήτσος, όσο και η γυναίκα του θεία Ελένη ήταν το ίδιο φιλόξενοι με τη θεία Αλεξάνδρα και πάμπολλοι γυροχωρίτες από την Κόνισκα που έρχονταν στην Αθήνα έβρισκαν στο σπίτι τους φιλοξενία και στήριξη.. ΄Ημουνα στο θείο Μήτσο ένα βράδυ όταν είχα πάει στην Αθήνα με 48ωρη άδεια από τη στρατιωτική μονάδα στην Κατερίνη όπου υπηρετούσα, όταν έπιασα ένα άσχημο κρύωμα με βήχα και πυρετό. Η θεία Αλεξάνδρα αμέσως επιλήφθηκε τα της ταχείας αποκατάστασης της υγείας μου, όπως απαιτούσαν οι ανάγκες.

-Κιτσίκα δεν χρειάζεσαι γιατρό θα σε αναλάβω εγώ. Μού έκανε μερικές δυνατές εντριβές και βεντούζες και την επόμενη μέρα ήμουν περδίκι και μπορούσα να αναχωρήσω για τη μονάδα μου.

΄Οταν μετέβαινα στην Ελλάδα, από την Αυστραλία τις περισότερες μέρες τις περνούσα στο θείο Μήτσο στην Αθήνα και τη θεία Αλεξάνδρα στο Κιάτο. ΄Οταν οι γονείς μου με το θείο Μήτσο  είχαν αυτοκινητικό ατύχημα το 1995 η μητέρα μου, που ήταν η μεγάλη αδελφή της Αλεξάνδρας, νοσηλεύτηκε για τρεις εβδομάδες στο Ασκληπιείο της Βούλας. Τις εβδομάδας εκείνες η θεία Αλεξάνδρα έκανε όλες τις δουλειές της στο Κιάτο την ημέρα και το βράδυ έπαιρνε το λεωφορείο και μετά άλλη συγκοινωνία για τη Βούλα και έμεινε με την αδελφή της όλη τη νύχτα. Το πρωί έφευγε για το Κιάτο και το βράδυ πάλι στο Ασκληπιείο, κάθε βράδυ, κάθε βράδυ! Αυτό γινόταν μέχρι που η μητέρα μου πήρε εξιτήριο και μεταφέρθηκε η ίδια στο Κιάτο. Η θεία Αλεξάνδρα είχε πολύ αναπτυγμένο το αίσθημα της δικαιοσύνης. Μερικά χρόνια αργότερα η μητέρα μου προσβλήθηκε από άνοια και δεν θυμόταν πού έβαζε τα πράγματά της. Μια μέρα έχασε το πορτοφόλι της από το δωμάτιό της στο σπίτι της θείας Αλεξάνδρας και νόμιζε ότι το έκλεψαν οι Αλβανοί. Δυο Αλβανοί έμειναν σε μια καλυβούλα στο περιβόλι της θείας Αλεξάνδρας και έκαναν τις εργασίες που τούς έδινε η θεία Αλεξάνδρα ή αν δεν είχε εργασίες εργάζονταν σε άλλους περιβολάρηδες της περιοχής.

-Αλεξάνδρα να φωνάξεις την αστυνομία. οι Αλβανοί μού έκλεψαν το πορτοφόλι μου.

΄Εψαξαν παντού αλλά το πορτοφόλι δεν βρισκόταν πουθενά.

-Αλεξάνδρα να φωνάξεις την αστυνομία. Οι Αλβανοί το πήραν.

-Τι είναι αυτά που λες Μαρία μου; Να μην το ξαναπείς αυτό. Οι άνθρωποι είναι τίμιοι και εργατικοί. ΄Αντε να αποδείξουν οι άνθρωποι ότι είναι αθώοι αν τούς μπλέξουμε με την αστυνομία. Είναι πολλοί, εδώ στο Κιάτο, που δεν τους θέλουν να τους βλέπουν αλλά να μη συκοφαντήσουμε τους ανθρώπους άδικα. Είναι αμαρτία από το Θεό. Πού το είχες βάλει το πορτοφόλι σου;

-Κάτω από το μαξιλάρι.

-Γιατί το έβαλες κάτω από το μαξιλάρι;

-Να μην το κλέψουν οι Αλβανοί.

-Οι Αλβανοί δεν έρχονται στο σπίτι. Για να κοιτάξουμε καλύτερα.

Αναποδογύρισαν τα πάντα στο δωμάτιο. Τελικά βρήκαν το πορτοφόλι σε μια δίπλα τού στρώματος  του κρεβατιού. Η μητέρα προφανώς το είχε κρύψει εκεί να μην το βρουν οι Αλβανοί και το είχε ξεχάσει.

          Η θεία Αλεξάνδρα απολάμβανε επίσης να ξεναγεί τους επισκέπτες της. Δεν οδηγούσε η ίδια αλλά παρακαλούσε το θείο Νίκο ή τον Τολάκη να πάμε μια εκδρομή στο Ναύπλιο, στα Καλάβρυτα, τους Δελφούς, τα Μετέωρα ή τη λίμνη Πλαστήρα. ΄Οταν ήταν στην Αθήνα τους έπαιρνε για μια εκδρομή στην Αίγινα ή στο Σούνιο ή στoυς Δελφούς.. Το 1986 πληροφορήθηκε για μια εφταήμερη εκδρομή που θα γινόταν στη Βουλγαρία. ΄Ημουν στην Αθήνα εκείνες τις ημέρες του Ιουλίου του 1986.

-Ελάτε, ετοιμαστήτε, είπε η θεία Αλεξάνδρα, θα πάμε και εμείς στη Βουλγαρία. Είμαι 59 χρονών, θέλω και γω να δω πώς ζουν και άλλοι άνθρωποι, να δούμε διαφορετικά μέρη. Με το λέγε λέγε μας έπεισε όλους. Δέχτηκα μετά χαράς να λάβω μέρος σε μια εκδρομή που θα είναι μαζί και η θεία Αλεξάνδρα. Στην εκδρομή θα ερχόταν η θεία Αλεξάνδρα και ο θείος Νίκος, ο γιος τους Τολάκης που ως δάσκαλος είχε διακοπές το καλοκαίρι, εγώ, ο θείος Μήτσος και η θεία Ελένη.

          Η αναχώρηση θα γινόταν από την Αθήνα. Το πρωί του Σαββάτου τής 2 Αυγούστου βρεθήκαμε όλοι στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου, στις 5.30 το πρωί από όπου θα γινόταν η εκκίνηση. Μερικοί μικροπωλητές άρχισαν και αυτοί την πρωινή τους εργασία διαλαλώντας την πραμάτεια τους, ζεστά κουλούρια και φρέσκα φυστίκια. Ο φυστικάς τα παρουσίαζε και με ένα ασμάτιον για τον εαυτό του:

 

Στη ζωή καθώς μού λένε

τραγικά έχω κάνει λάθη

και απορώ το πώς μού μείναν

τα φυστίκια στο καλάθι.

 

‘Πάρτε φυστίκια από τον καλύτερο φυστικά για να πάει το ταξίδι σας καλά’. Οι 40 περίπου επιβάτες ήταν όλων των ηλικιών, μερικοί συνταξιούχοι, άλλοι νεότεροι. Υπήρχαν μερικοί νεαροί φοιτητές, εμφανώς οπαδοί του ΚΚΕ, κρατώντας τον φρεσκοτυπωμένο Ριζοσπάστη. Το λεωφορείο θα έπαιρνε μερικούς ακόμη επιβάτες στο δρόμο. O Μενέλαος ο οδηγός συστήθηκε και σύστησε τον Γιάννη το βοηθό του, ανέφερε μερικά πράγματα για τη Βουλγαρία και μερικούς κανονισμούς για το ταξίδι για να μείνουν, όπως είπε, όλοι ευχαριστημένοι. Μπορείτε από το μικρόφωνο να λέτε διάφορες ιστορίες που ενδιαφέρουν ή αστεία εφόσον οι υπόλοιποι επιβάτες θέλουν να σας ακούσουν. Προσέχετε, όμως, ίσως μερικά πράγματα στη Βουλγαρία να μην αρέσουν σε μερικούς αλλά κανένας δεν έχει το δικαίωμα να εκφράσει από το μικρόφωνο αρνητικές απόψεις, όσο θα είμαστε στη Βουλγαρία.

Στη συνέχεια παίρνουν το μικρόφωνο διάφοροι οι οποίοι συστήνονται και λένε κάποιο αστείο ή τραγουδούν κάποιο τραγούδι. Ο κύριος Παύλος μένει στη Νέα Σμύρνη και διατηρεί με τη σύζυγό του κάποιο ψιλικατζίδικο. Δεν επιδίωκε πάντα τον κερδώο Ερμή μολονότι, όπως λέει, απλώς φυτοζωεί. ΄Οταν ήταν νέος είχε βλέψεις για γράμματα. ΄Εγραφε ωραία ποιήματα, λέει, και γράφτηκε, ύστερα και από προτροπή του πατέρα του, στη Θεολογική τού Πανεπιστημίου. Τα παράτησε όμως πριν τελειώσει το πρώτο έτος γιατί εξώκειλε. ΄Εμπλεξε με κάτι θεατρίνες. Ξόδευε τα χρήματα τού πατέρα του, που ήταν παπάς σε χωριό τού Πύργου, ενώ θα έπρεπε να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. ΄Εμπλεξε και με κάποιο περιοδεύοντα θίασο και γύριζε τις διάφορες κωμοπόλεις για δύο-τρία χρόνια. ΄Επρεπε να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο. Βρέθηκε σε πλήρες αδιέξοδο.

-Ηθοποιός κύριε Παυλή μου, ήσασταν στο στοιχείο σας, γιατί το εγκαταλείψατε το επάγγελμα; ρώτησεε η θεία Αλεξάνδρα.

-Τι να σας πω κυρία μου, η ηθοποιΐα δεν είναι επάγγελμα, είναι λειτούργημα. Δεν υπάρχει όμως θίασος χωρίς χρήματα. ΄Εγινα συμπρωταγωνιστής και συγχρηματοδότης του θιάσου Η ανταπόκριση όμως λίγη, τα έξοδα πολλά. Να πληρώσουμε τους ηθοποιούς, μπαίναμε μέσα, τελικά ο πατέρας σταμάτησε να στέλνει χρήματα. ΄Ημουνα στο έλεος των περιστάσεων. Ευτυχώς τελικά συνάντησα την αιθέρια ύπαρξη δίπλα μου, την κυρία Αργυρώ, μην κοιτάζετε που τώρα έχει βάλει μερικά κιλά, έπρεπε να την βλέπατε πριν τριανταπέντε χρόνια. Η κυρία Αργυρώ, μια παχουλή πενηνταπεντάρα, του χαμογελά. ΄Ηταν κόρη παντοπώλη και συμφωνήσαμε να ανοίξουμε κάποιο δικό μας κατάστημα. Αρχίσαμε λίγο να ορθοποδούμε οικονομικά. Να σας απαγγείλω το περίφημο ποίημα τού Αριστοτέλη Βαλαωρίτη ‘Ο βράχος και το κύμα’. ‘΄Οχι, όχι’, φωνάζουν μερικοί επιβάτες που άρχισαν να βαριούνται τη λογοδιάρροιά του. Τότε, ας μού απαντήσει κάποιος συνεπιβάτης στο ερώτημα ‘ποιά είναι η μεγαλύτερη επιστήμη;’ Σιωπή επικράτησε για λίγα δευτερόλεπτα. Ξαφνικά ακούω τη θεία Αλεξάνδρα να λέει:

-΄Εχουμε εδώ τον ανηψιό μου που είναι καθηγητής πανεπιστημίου, θα σας απαντήσει κύριε Παυλή μου.

-Τι είπες βρε θεία! Πρώτον δεν είμαι καθηγητής και δεύτερον δεν με ενδιαφέρουν τα θεατρικά.

-Είσαι, είσαι Κιτσίκα μου. Στην Ελλάδα πρέπει να λες ότι είσαι τουλάχιστον πρύτανης για να σε λαβαίνουν υπόψη.

-Και γιατί να με λάβουν υπόψη! Σε παρακαλώ, πες του λάθος!

Ξαφνικά ο κ. Παύλος απευθύνεται σε μένα:

          -Είστε καθηγητής, κύριε καθηγητά;

          -Διδάσκω...

          -Λοιπόν, θα σας θέσω το δύσκολο ερώτημα, ποία είναι η μεγαλύτερη επιστήμη;

          -Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει μεγαλύτερη επιστήμη. ΄Ολες είναι μεγάλες όταν καλλιεργούνται σωστά.

          -Υπάρχει κύριε καθηγητά μου. Η μεγαλύτερη επιστήμη είναι η θεολογία.

          -Μα η θεολογία, αν μας μιλάει για την αποκαλυμμένη αλήθεια δεν είναι καν επιστήμη. Να πούμε η φιλοσοφία μάλιστα. Ερευνά για την αλήθεια μεταχειριζόμενη υποθέσεις, το επιχείρημα, την ανάλυση ενώ η θεολογία την έχει βρει την αλήθεια. Δεν ερευνά τίποτα.

-Λάθος κύριε καθηγητά μου. Η μεγαλύτερη επιστήμη είναι η θεολογία.

Στο μεταξύ, όμως, μερικοί επιβάτες άρχισαν να εκφράζουν τη δυσανασχέτισή τους με αποδοκιμασίες και ο κ. Παύλος αναγκάστηκε να πάει να καθήσει πάλι δίπλα στην κυρία Αργυρώ.

          -Καλά τού τα είπες τού ηθοποιού και τον έβαλαν και οι άλλοι στη θέση του, μου είπε η θεία Αλεξάνδρα. ΄Ομως, Κιτσίκα μου, νομίζω ότι πράγματι η μεγαλύτερη επιστήμη είναι η θεολογία.

Μετά από λίγα λεπτά η κυρία Ροδούλα από την Αγία Βαρβάρα πήρε το μικρόφωνο να τραγουδήσει τα ΄Παιδιά τού Πειραιά’. Τραγουδούσε υποφερτά καλά και το επιβατικό κοινό ανταποκρίθηκε με ένα χλιαρό ως μέτριο χειροκρότημα. Ο κύριος Θόδωρος παραπονείται για το ότι οι δάσκαλοι στα σχολεία διδάσκουν τα παιδιά ότι η Πρωτομαγιά είναι μόνο η γιορτή των λουλουδιών και αγνοούν την εορτή της εργατικής τάξης και το συμβολισμό της. Ο Τολάκης που είναι δάσκαλος, σηκώνεται και διαμαρτύρεται. Δεν ευσταθεί αυτό που λέει ο κύριος Θόδωρος, Τα παιδιά στα σχολεία μαθαίνουν για την εορτή των λουλουδιών αλλά και για το συμβολισμό τής ημέρας.

Στη συνέχεια το μικρόφωνο το πήρε ο κύριος Δήμος από τη Νεμέα. ΄Οπως και ο κύριος Παύλος, τού αρέσει να μιλάει και αφηγείται περιστατιά της ζωής του. Είναι καθηγητής των Γαλλικών αλλά δεν εργάστηκε ποτέ σε Γυμνάσιο, μόνο σε φροντιστήρια λόγω των καταστάσεων. Προδόθηκε, όμως, το κίνημα, λέει, από την ανικανότητα των ηγετών του και το 1944-45 επικράτησαν οι δεξιοί που ρήμαξαν τον τόπο. Ο πατέρας του Ράλλη, λέει, ήταν ο κατοχικός πρωθυπουργός που καταδικάστηκε σε θάνατο και πέθανε στη φυλακή. Και ο γιος του έγινε πρωθυπουργός. Είναι αυτός που δεν μπορεί να προφέρει το ρο και έλεγε ‘τα αγόγια εγασία και τα κογίτσια γάματα’. Πέρασε, λέει ο κύριος Δήμος, 17 χρόνια φυλακές και εξορία για τα πολιτικά του πιστεύω. ΄Εχει επισκευτεί τέσσερις φορές τη Γαλλία. ΄Υστερα από πολλές περιπέτειες κατάφερε επιτέλους να νυμφευτεί την εκλεκτή του το 1965 αλλά το 1967 πήγε πάλι εξορία  στα Γιούρα. ΄Εχει ένα χτήμα από τον πατέρα του στη Νεμέα και παράγει θαυμάσιο κρασί, αυτό που ήπιε και ο Ηρακλής πριν να ξεκινήσει για να σκοτώσει τον Λέοντα τής Νεμέας. Κορίτσι της Νεμέας είναι και η Μελίνα Μερκούρη. Ναι, η Μελίνα Μερκούρη. Το όνομά της είναι Βασιλική και είναι κόρη ενός Ανεμογιάννη που ήταν στρατιώτης από τη Θεσσαλία. Σκοτώθηκε όμως ο Ανεμογιάννης, η μάνα της ξαναπαντρεύτηκε και έδωσε τη Βασιλική που την υιοθέτησαν οι Μερκούρηδες.

-Τι είναι αυτά που λες κύριε, φώναζαν μερικοί.

-΄Ετσι είναι. Η μητέρα της είχε μια δεύτερη κόρη από το δεύτερο γάμο και ο δημοσιογράφος που πήγε και είδε την ετεροθαλή αδελφή τής Μελίνας είπε ‘Ρε, αυτή είναι ολόιδια η πουτάνα!’ Δυο - τρεις τον διέκοψαν και τού είπαν ότι η Μελίνα είναι μια μεγάλη ελληνίδα που  έβγαλε την Ελλάδα ασπροπρόσωπη ως ηθοποιός, ως αγέρωχη καλλιτέχνις που ταπείνωσε αυτή τους συνταγματάρχες που τής αφαίρεσαν την ελληνική ιθαγένεια και είπε στον Παττακό το περίφημο ‘εγώ Ελληνίδα γεννήθηκα και ελληνίδα θα πεθάνω’, αλλά και ως Υπουργός που απαιτεί από τους ΄Αγγλους τα γλυπτά τού Παρθενώνα.

 

-Δεν τα αμφισβητώ αυτά που λέτε, είπε ο κύριος Δήμος. Εγώ απλώς μεταφέρω τη φράση του δημοσιογράφου. Μετά ο κύριος Δήμος πήγε και κάθισε δίπλα στη γυναίκα του και το μικρόφωνο το πήρε για λίγο ο θείος Νίκος, ο άνδρας τής θείας Αλεξάνδρας:

-Δεν θα κάνω μακροσκελείς ομιλίες, είπε. Είμαι ένας απλός καταστηματάρχης ωρολογάδικου από το Κιάτο. ΄Ημουν οργανωμένος στο ΕΑΜ και με κατηγόρησαν άδικα ότι έκρυβα όπλα και πέρασα τέσσερα χρόνια φυλακή και εξορίες σε διάφορα νησιά. Θα ήθελα να θυμηθώ σήμερα το φίλο μου Διονύση. ΄Ημασταν μαζί φυλακή στην Κεφαλονιά και ένα βράδυ ήρθε η διαταγή ότι θα εκτελούνταν το πρωί της άλλης μέρας. Τον ρώτησαν αν θα ήθελε να δει παπά ή να πει κάτι. Δεν θέλω τίποτα, είπε. Τον θυμάμαι είχε γίνει κατακίτρινος ως μελλοθάνατος που ήξερε το τέλος του. Κάποια στιγμή είπε: ‘΄Ατιμε φασισμέ, μ’ έφαγες!’ Στη συνέχεια ο Μενέλαος ο οδηγός έβαλε τραγούδια στο μεγάφωνο του λεωφορείου και σταμάτησαν οι ομιλίες.

 Στις 4 το απόγευμα φτάσαμε στο συνοριακό σταθμό τής Κούλας και ύστερα από μια δίωρη περίπου διαδικασία μπήκαμε στη Βουλγαρία. Ο πρώτος σταθμός διανυκτέρευσης ήταν το Σαντάνσκι, πόλη 20.000 περίπου κατοίκων, 20 χιλιόμετρα από τα ελληνικά σύνορα. Στο συνοριακό σταθμό προστέθηκε στο λεωφορείο και ένας ξεναγός που ήταν υπάλληλος της βουλγαρικής κυβέρνησης. ΄Ηταν ο κύριος  Χαράλαμπος,, ελληνικής καταγωγής που ζούσε στη Βουλγαρία από το 1950, μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

-΄Ημουν παλιός αντάρτης και τραυματίας του δημοκρατικού στρατού, είπε. Είχα τελειώσει το γυμνάσιο και ο πατέρας μου ήθελε να σπουδάσω Ιατρική. Εγώ όμως, μπήκα στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού για να πολεμήσω για μια καλύτερη κοινωνία. Τραυματίστηκα άσχημα, ήμασταν κοντά στα σύνορα, και με έστειλαν σε νοσοκομείο στη Βουλγαρία. Σε λίγο τελείωσε και ο εμφύλιος πόλεμος  και σε ηλικία 20 ετών εγκαταστάθηκα στη Βουλγαρία, αγαπήθηκα και παντρεύτηκα με μια Βουλγάρα και έχουμε τρία παιδιά.

-Πηγαίνετε καθόλου στην Ελλάδα σύντροφε Χαράλαμπε; ρώτησε ο κύριος Ιορδάνης.

-Σας παρακαλώ, να συνεννοούμαστε, είπε ο κύριος Χαράλαμπος. Μέσα στο λεωφορείο είμαι το ίδιο για όλους. Τίς μόνες προσφωνήσεις που δέχομαι μέσα στο λεωφορείο είναι «κύριε Χαράλαμπε», «φίλε Χαράλαμπε» ή απλώς «Χαράλαμπε». Στο δρόμο έξω όταν μιλάμε κατ’ ιδίαν μπορείτε να με προσφωνείτε όπως αισθάνεστε. ΄Εχω πάει στην Ελλάδα με την οικογένειά μου δυο φορές τα τελευταία έξι χρόνια για να επισκεφτούμε συγγενείς. Επίσης μας επισκέφτονται πότε πότε συγγενείς και φίλοι από την Ελλάδα.

To συνάλλαγμα ανταλλασσόταν από αμερικανικά δολάρια σε λέβα, το εθνικό νόμισμα της Βουλγαρίας. Στην τράπεζα το δολάριο ανταλλασσόταν ένα δολάριο με 1.60 λέβα αλλά στη μαύρη αγορά που υπήρχε παντού στο δρόμο ή και μέσα στο ξενοδοχείο από υπαλλήλους του, η αναλογία ήταν 1 προς 3 και μερικές φορές 1 δολάριο προς 4 λέβα, ζήτημα συμφωνίας και διαπραγμάτευσης. Ο κ. Χαράλαμπος προειδοποίησε για τους κινδύνους. Γνωρίζω, είπε, ότι πολλοί θα εξαργυρώσετε στη μαύρη αγορά αλλά δεν θέλω να δω κανέναν να το κάνει μπροστά μου. Προσέχετε όμως τους απατεώνες γιατί μερικοί είναι ικανοί να σας γελάσουν στον αριθμό λέβα που θα σας δώσουν ή ακόμη να σας πασάρουν για λέβα παλιά δινάρια Γιουγκοσλαβίας που δεν έχουν καμιά αξία. Μεταχειρίζονται πολλά κόλπα για να ξεγελούν τους αδαείς τουρίστες.

Το ξενοδοχείο στο Σαντάνσκι είναι σχετικά άνετο αλλά έχει προβλήματα με το νερό. Μερικές κυρίες διαμαρτύρονται ότι έμειναν στο μπάνιο με τις σαπουνάδες όταν το νερό κόπηκε ξαφνικά. Οι συνεπιβάτες σχολιάζουν μεταξύ τους το βράδυ στο τραπέζι ότι δεν έχουν καλές εντυπώσεις από την εργατικότητα και αποτελεσματικότητα των αγροτών που τους έβλεπαν από το λεωφορείο να εργάζονται στους αγρούς δεξιά και αριστερά του δρόμου. Ο θείος Μήτσος διαμαρτύρεται για τις μικρές μερίδες κρέατος στο φαγητό και για την ποιότητα της βουλγάρικης μπίρας. Υπάρχουν δυο είδη διαθέσιμης μπίρας, η βουλγάρικη και η αυστριακή. Ο θείος Μήτσος που είναι φίλος τής μπίρας παραγγέλνει μια σεβαστή ποσότητα και από τις δύο. Η αυστριακή είναι καλής ποιότητας αλλά η τιμή της είναι διπλάσια της βουλγαρικής και δεν υπάρχει παντού. Η βουλγαρική υπάρχει παντού αλλά είναι πικρή σαν κινίνο και προκαλεί το δεικτικό σχόλιο του Τολάκη που λέει ‘αυτή τη μπίρα θα τη διαθέτει το κόμμα υποχρεωτικά στα μέλη του όταν διαφωνούν’.

Την Κυριακή 3 Αυγούστου αναχωρήσαμε στις 8 το πρωί για να επισκεφτούμε το βουνό Πύριν και το ιστορικό μοναστήρι της Ρίλας. Η Ρίλα είναι ένα όμορφο βουνό με πυκνά δάση από πεύκα, έλατα, βελανιδιές και καστανιές.  Από το μοναστήρι τής Ρίλας περνάμε τα στενά τής Κρέσνας. ΄Αγρια βλάστηση παντού. Ο κύριος Χαράλαμπος ο ξεναγός είναι συνέχεια στο μικρόφωνο εξηγώντας τα διάφορα αξιοθέατα. Η θεία Αλεξάνδρα τον ρωτά πώς τα καταφέρνουν οι Βούλγαροι να διατηρούν τέτοια πυκνά δάση. Ο κ, Χαράλαμπος εξηγεί ότι υπάρχει Υπηρεσία Αναδάσωσης στην οποία συμμετέχουν και άλλοι πολίτες και κάθε χρόνο φυτεύονται εκατομύρια νέα δέντρα. Ναι, αλλά δεν γίνονται πυρκαγιές τυχαίως ή εκ προθέσεως; ρωτά η θεία Αλεξάνδρα. ΄Οχι συχνά, λέει ο κ. Χαράλαμπος. ΄Οταν συμβαίνουν υπάρχουν οι πυροσβεστικές υπηρεσίες και συμμετέχουν όλοι όσοι μπορούν να συμβάλλουν στην κατάσβεση. Φυσικά μετά γίνεται αμέσως αναδάσωση.

-Ε, δεν υπάρχουν εδώ οι τσοπαναραίοι και οι οικοπεροφάγοι, παρατηρεί ο Λευτέρης ο φοιτητής και η παρατήρησή του προκαλεί σε πολλούς το γέλωτα.

Το λεωφορείο σταμάτησε για το μεσημεριανό στο Μπόροβιτς –όνομα που σημαίνει στα Βουλγαρικά κάτι μεταξύ Ελατιάς και Πευκιάς. Στο δρόμο για τη Φιλιππούπολη (Πλόβντιβ στα Βουλγαρικά), υπάρχουν δεξιά και αριστερά αλλού καταπράσινα μεγάλα δάση ή συνεχή αγροκτήματα. Στον κύριο δρόμο περνούν συνέχεια με τα αυτοκίνητά τους τούρκοι εργαζόμενοι στη Γερμανία που κατευθύνονται στην Τουρκία για τις θερινές διακοπές τους. Ο κ. Χαράλαμπος εξηγεί τις μεταρρυθμίσεις στον τομέα τής Γεωργίας στη Βουλγαρία μετά το 1945. Η Βουλγαρία, λέει, έχει σήμερα 9 εκατομύρια κατοίκους. Ο κόκκινος Σοβιετικός στρατός το 1944 απελευθέρωσε τη Βουλγαρία από τον φασισμό της τότε φιλοχιτλερικής Βουλγαρικής κυβέρνησης. Μετά το 1945 όλα τα αγροκτήματα μπήκαν σε συνεταιρισμούς, πολλοί εθελοντικά και οι υπόλοιποι δια τής βίας. Αρχικά οι αγροκτηματίες έπαιρναν μια γεωπρόσοδο, ανάλογα με τα στρέματα που είχαν. Μετά το 1955 σταμάτησε η γεωπρόσοδος. Σήμερα υπάρχουν μεγάλα γεωργικά συγκροτήματα στους συνεταιρισμούς που περιλαμβάνουν 3 – 4 χωριά.

-Τι είναι γεωπρόσοδος κύριε Χαράλαμπε, ρωτά η κυρία Αργυρώ.

Ο κ. Χαράλαμπος εξηγεί και συνεχίζει: Μετά το 1945 δημιουργήθηκε στη Βουλγαρία μεγάλο πρόβλημα αστυφιλίας. Οι κάτοικοι άφηναν τα χωριά τους και τους αγρούς και συνέρρεαν στις πόλεις. Το αστυφιλικό κύμα δεν έφτασε τις ελληνικές διαστάσεις αλλά δημιούργησε πρόβλημα εργατικών χεριών στην ύπαιθρο και πρόβλημα στέγης στις πόλεις. Η στενότητα στεγαστικού χώρου στις πόλεις υπάρχει μέχρι σήμερα μολονότι τα τελευταία δέκα χρόνια χτίστηκαν και εξακολουθούν να χτίζονται πολλές πολυκατοικίες στις μεγαλοπόλεις.

Πράγματι, σε ορισμένες συνοικίες στις διάφορες πόλεις βλέπαμε τεράστιες νέες πολυκατοικίες με 22 και περισσότερα πατώματα που καθώς έλεγε ο κ. Χαράλαμπος είχαν πάμπολλα διαμερίσματα η κάθε μία, του ενός, δύο και μερικά των τριών δωματίων. Μια οικογένεια με τέσσερα και περισσότερα άτομα δικαιούνταν διαμέρισμα των δύο δωματίων, εφόσον υπήρχε. Για το διαμέρισμα πλήρωναν ένα μικρό ενοίκιο, το υπόλοιπο ενοίκιο επιδοτούνταν από το κράτος. Η κυβέρνηση, συνέχισε ο κ. Χαράλαμπος, πήρε μέτρα να επαναφέρει τους κατοίκους στην ύπαιθρο, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία. Τελευταία έδωσε το δικαίωμα στους αγρότες να καλλιεργούν 3-5 στρέματα για δικό τους λογαριασμό και να πωλούν τα προϊόντα τους στην ελεύθερη αγορά. Με αυτό τον τρόπο τους δίνει ορισμένα κίνητρα να εφοδιάζουν την αγορά με προϊόντα και να αποφεύγονται οι ελλείψεις. Υπάρχει όμως πρόβλημα στην καλλιέργεια των κτημάτων για ιδιόκτητη παραγωγή όπου οι αγρότες χρειάζονται τα εργαλεία τού συνεταιρισμού και πρέπει να πληρώνουν και πόσο. Τελευταία γίνεται λόγος οι μικροκαλλιεργητές να έχουν το δικαίωμα να αγοράζουν τα δικά τους μικρά τρακτέρια και εργαλεία. ΄Ισως παρατηρείτε ότι πολλά χωριά δεν είναι καλά διατηρημένα. Ο λόγος είναι ότι προπολεμικά δεν ήταν σε καλή κατάσταση –τα σπίτια ήταν χτισμένα με πλήθρες – και μεταπολεμικά η αστυφιλία συνέβαλε στη χειροτέρευση των χτιρίων. Η κυρία Μέλπω διακόπτει:

-Γιατί η κυβέρνηση δεν χτίζει περισσότερες πολυκατοικίες στις πόλεις για να λύσει το στεγαστικό πρόβλημα, κύριε Χαράλαμπε;

          -΄Ολα γίνονται αλλά δεν είναι πάντα εύκολα, απάντησει ο κ. Χαράλαμπος. Χρειάζονται δαπάνες και εργατικό προσωπικό και χρόνος και μελέτες. Τι θα κάνουν οι άνθρωποι που θα εγατασταθούν εκεί σε 10 και 15 χρόνια.  Λόγω έλλειψης εργατικών χεριών στην ύπαιθρο συμβάλλουν στη συγκομοιδή οι φοιτητές ένα μήνα το χρόνο (υπάρχουν κάπου 100.000 φοιτητές σήμερα στη Βουλγαρία). Συμβάλλουν επίσης οι στρατιώτες ένα μήνα από τη θητεία τους. Η Βουλγαρία φιλοξενεί ακόμη 100.000 μετανάστες από το Βιετνάμ που εργάζονται μαζί με τους άλλους Βούλγαρους. Επίσης οι μαθητές των ανωτέρων τάξεων τού Γυμνασίου συμβάλλουν σε κοινωνικές υπηρεσίες, όπως στη βοήθεια της κυκλοφορίας.

          Το απόγευμα τής Κυριακής φτάσαμε στη Φιλιππούπολη (Πλόβντιβ). Μια πόλη με 380.000 κατοίκους περίπου, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη της Βουλγαρίας μετά τη Σόφια.Το Πλόβντιβ είναι μια πόλη όπου συνυπάρχει το παλιό με το καινούργιο. Κατευθυνόμαστε στο μνημείο του ΄Αγνωστου Στρατιώτη όπου ξεναγούμαστε στις διάφορες παραστάσεις που υπάρχουν ολόγυρα. Μακριά, πάνω στο λόφο υπάρχει το περίβλεπτο άγαλμα τού Λιόσια – του Σοβιετικού Στρατιώτη που απελευθέρωσε τη Βουλγαρία και τής έδωσε το νέο καθεστώς της. Στο λόφο του Μουσείου υπάρχουν διάφορα αρχοντικά του 18ου και 19ου αιώνα (μερικά Ελλήνων). Στο μουσείο υπάρχουν διάφορα εκθέματα από τη ζωή του 18ου και 19ου αιώνα. ΄Ενας μεγάλος πίνακας ενός Βούλγαρου ζωγράφου που ζωγραφίστηκε προς το τέλος του 19ου αιώνα αλλά αναπαραστάνει μια σκηνή τής αγοράς, γύρω από το τέλος του 18ου αιώνα. Στη σκηνή μερικές Βουλγάρες τής εποχής εκείνης δείχνονται να φέρνουν γεωργικά προϊόντα στην αγορά για πούλημα, ένας τούρκος γονατιστός εξετάζει κάποια προϊόντα,, ένας παπάς, μια κυρία τής Βουλγάρικης αστικής τάξης και πολλοί που έκαναν τα ψώνια τους ή περνούσαν από εκεί. Στην επιστροφή περάσαμε από έναν λόφο όπου γινόταν ένας γάμος, η νύφη σε μερσεντές αυτοκίνητο – θα πρέπει να ανήκε σε υψηλή εισοδηματική τάξη. Κόσμος πολύς και η μάνα τής νύφης έδινε στα άτομα τής ομάδας μας μαντήλια για ενθύμιο.

-         -Η νύφη ετοιμάζεται για την εκκλησία, είπε η κυρία Αργυρώ.

-Δεν βλέπω παπάδες και τα σχετικά, είπε ο σύζυγός της ο κύριος Παύλος. Αυτοί είναι Βούλγαροι. ΄Αθεοι! Μάλλον για το Δημαρχείο ετοιμάζονται.

Σε μια στιγγμή βλέπω τη θεία Αλεξάνδρα να πλησιάζει τη μάνα τής νύφης που ήταν έξω από το νυφικό αυτοκίνητο και να αρχίζει ένα τραγούδι:

΄Ενα τραγούδι θα σας πω

απάνω στο λεμόνι

το αντρόγυνο που γίνεται

ποτέ να μη μαλώνει...

 

Μερικοί συνεπιβάτες τραγουδούν μαζί της.΄Οταν η θεία Αλεξάνδρα τελείωσε το τραγούδι η ομάδα των συνεπιβατών χειροκρότησε θερμά και μαζί χειροκρότησε και ο κόσμος που είχε μαζευτεί για το γάμο. Η μάνα τής νύφης δεν καταλάβαινε το τραγούδι αλλά κατάλαβε ότι ήταν κάτι σχετικό με τη νύφη και τό γάμο και αγκάλιασε και φίλησε τη θεία Αλεξάνδρα. ‘Και στα δικά σου Τολάκη’, είπε χαμογελώντας η θεία Ελένη. Στη συνέχεια περάσαμε από το σπίτι όπου είχε φιλοξενηθεί ο Γάλλος ποιητής Λαμαρτίνος για έξι μήνες και καταλήξαμε στο ξενοδοχείο ‘Λένιγκραντ’.

          Το βράδυ μετά το φαγητό μάς είπαν από την πλευρά τού λεωφορείου ότι θα υπήρχε βραδυά διασκέδασης στον 22ο όροφο τού ξενοδοχείου. ΄Οποιος ήθελε να πάει το εισητήριο το προμήθευαν αυτοί με 12 λέβα. Πονηροί έλληνες, βέβαια, τα 12 λέβα δεν τα ήθελαν σε Βουλγαρικό νόμισμα αλλά σε δολάρια Αμερικής και υπολογιζόμενα προς 1.60 λέβα το δολάριο. Και το επιχείρημα έτοιμο: ‘Πρέπει να πληρώνουμε σε συνάλαγμα κανονικά. Δεν μπορούμε να παρανομούμε’. ‘Μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου!’, σχολίασε ο θείος Μήτσος. Το βραδινό πρόγραμμα άρχιζε μετά τις 11. Οι θαμώνες δικαιούνται ένα ποτό δωρεάν. Ο θείος Μήτσος, ως συνήθως παραγγέλνει μπίρες, αλλά Αυστρίας. Το πρόγραμμα τίποτα το σπουδαίο, μια ορχήστρα ελαφρά ενδιαφέρουσα. Κοντά μας έρχονται στα διπλανά τραπέζια δυο βουλγάρικες παρέες. Ο Ιβάν μας συστήνεται και προσπαθεί να μιλήσει σε μένα και τον Τολάκη, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία. Η Βουλγαρία και η Ελλάδα έχουν φιλία, λέει. ‘Βεβαίως, απαντά ο Τολάκης, μολονότι ανήκουμε σε αντίθετα στρατόπεδα’. Το τελευταίο ήταν εντελώς αδύνατο να το κατανοήσει ο Ιβάν. Μάς κέρασε δυο βότκες. Τού λέμε ότι αναχωρούμε το πρωί για τη Βάρνα. Φαίνεται ευχάριστος τύπος. Κρίμα που δεν μπορούσαμε να αλληλοκαταλαβαινόμαστε περισσότερο. Φύγαμε από το 22ο κατά τις 2 το πρωί.

          Το πρωί της Δευτέρας 4 Αυγούστου ξεκινήσαμε γύρω στις 8 για τη Βάρνα. Αφήνουμε πίσω τον ποταμό Μαρίτσα (΄Εβρος). και περνούμε από τη Στάρα Νόβα,  Ζαγόρια και διάφορες άλλες πόλεις, Ο κάμπος τής Θράκης, νότια τής οροσειράς τού Αίμου φαίνεται απέραντος. Απλώνονται μεγάλα αγροκτήματα με αμπέλια, ηλιοτρόπια για σπορέλαιο, λικίσκους από τους οποίους παρασκευάζεται η βουλγάρικη μπίρα και άλλες φυτείες. Δεν ευδοκιμεί η ελιά σε τούτα τα βόρεια μέρη. ‘Τα ηλιοτρόπια είναι οι ελαιώνες και οι λυκίσκοι οι μπιρώνες τής Βουλγαρίας’, σχολιάζει η θεία Αλεξάνδρα. Υπάρχουν επίσης δάση από πεύκα, καστανιές και άλλα δέντρα.

          Οι εργαζόμενοι, λέει ο κ. Χαράλαμπος από το μικρόφωνο, δουλεύουν 42 ώρες την εβδομάδα. Ο μισθός τους ποικίλλει ανάλογα με την παραγωγικότητα, τη θέση και χρόνια υπηρεσίας. Ο κατώτερος μισθός είναι 120 λέβα το μήνα. Δεν υπάρχει ανώτατο όριο μισθού. Ο μέσος μισθός υπολογίζεται στα 240 λέβα το μήνα. Τον ίδιο μιστό των 120 λέβα παίρνουν και οι μετανάστες από το Βιετνάμ αν λαβαίνουν τον κατώτερο μιστό. ΄Ισως τα χρήματα να μην φαίνονται πολλά και σίγουρα η γυναίκα μου διαμαρτύρεται. Υπάρχει όμως και ο κοινωνικός μισθός: δωρεάν ιατρική περίθαλψη, παιδικοί σταθμοί, υποτροφίες για τους φοιτητές, σύνταξη ανάλογα στα 60 με 65 χρόνια. Οι φοιτητές που παίρνουν υποτροφία παίρνουν το βασικό μισθό 120 λέβα το μήνα. Το ίδιο και οι ΄Ελληνες φοιτητές που σπουδάζουν στη Βουλγαρία και είναι πολλοί. Πληρώνουν αρχικά 3600 δολάρια και μετά το κράτος τούς δίνει 120 λέβα το μήνα. Τρώνε στη φοιτητική εστία με περίπου 5 λέβα το μήνα. Το ενοίκιο έχει 12 λέβα το δυάρι και 18 λέβα το τριάρι το μήνα αλλά υπάρχει στεγαστικό πρόβλημα.

          -Δηλαδή αν μπορέσει κανένας και το βρει και αν περισσεύουν τα λέβα, παρατηρεί ο θείος Μήτσος.

Τα τέλη, συνεχίζει ο κ. Χαράλαμπος, για τις υπηρεσίες του ηλεκτρικού ρεύματος, κεντρικής θέρμανσης, νερού, κλπ είναι φτηνά γιατί επιδοτούνται από το κράτος. Υπάρχουν ακόμη αναπαυτήρια για τούς εργαζόμενους με κάπου 120.000 κρεβάτια στα διάφορα θέρετρα τής Μαύρης Θάλασσας ή άλλων περιοχών. Οι εργαζόμενοι μπορούν να πάνε εκεί με τη σειρά να ξεκουραστούν δυο βδομάδες το χρόνο, μαζί με τις οικογένειές τους, με το αντίτιμο των 40 λέβα. Στη δημιουργία και διατήρηση των θερέτρων πληρώνουν οι δημοτικές αρχές και οι εταιρίες  στις οποίες εργάζονται οι εργαζόμενοι.

          -Αφού το κράτος τούς πληρώνει όλους, λέει η κυρία Κατερίνα, γιατί δεν δίνει καλύτερους μισθούς;

          -Αυτό με ρωτάει και η γυναίκα μου, λέει ο κ. Χαράλαμπος. Τής λέω, υπομονή βρε γυναίκα μερικά χρόνια, μέχρι το κράτος να ξεπληρώσει το εξωτερικό χρέος μας και τότε η κατάσταση θα μπορεί να βελτιωθεί για όλους.

          -Δηλαδή ζήσε μαύρε μου, σχολιάζει σιγά στην παρέα ο θείος Μήτσος. Η γενική εντύπωση στους επιβάτες είναι ότι πολύ δύσκολα μπορεί κάποιος να τα βγάλει πέρα με 120 λέβα το μήνα. Οι εργαζόμενοι φαίνονται απρόθυμοι να εργαστούν αποδοτικά¸ κάνουν όσο λιγότερο μπορούν.

Λίγο μετά το μεσημέρι καταλήγουμε στον Πύργο, στη Μαύρη Θάλασσα, πόλη με 180.000 κατοίκους. Μετά το μεσημεριανό στον απάνω όροφο ενός εστιατορίου, το λεωφορείο αναχωρεί για τη Βάρνα. Περνάμε από τον Αγχίαλο, πόλη 20.000 κατοίκων, παλιά ελληνική αποικία. Στο δρόμο καλλιέργειες και δάση. Κάπου- κάπου φαίνεται η Μαύρη Θάλασσα.

          Η Βάρνα είναι η τρίτη πόλη τής Βουλγαρίας με 280.000 κατοίκους. Το λεωφορείο περνά πάνω από τη μεγάλη γέφυρα που περνάει πάνω από το στενό που οδηγεί από τη θάλασσα στο λιμάνι. Ωραία γέφυρα και η Βάρνα ωραία πόλη, με νέα και παλιά χτίρια και Πανεπιστημιούπολη. Πηγαίνουμε στο ξενοδοχείο ‘Τσιέρνο Μορέ’. Το ξενοδοχείο δεν απέχει πολύ από τη θάλασσα. Ο δρόμος οδηγεί προς την παραλία, από την αντίθετη πλευρά οδηγεί προς τα μαγαζιά. Οι πολλοί, από τους συνεπιβάτες, πάνε για τα μαγαζιά. Με τον Τολάκη, τον Βασίλη, τη φιλενάδα του Μαρίνα και τον νεαρό Παναγιώτη, το γιο του Ιορδάνη και τής Ματίνας πάμε προς την παραλία. Είναι μετά τις εφτά. Χρειάζεται να πληρώσεις να μπεις μέσα αλλά αυτή την ώρα δεν είναι κανένας στο σημείο ελέγχου. Μπαίνουμε και κατευθυνόμαστε στο νερό. Η Μαύρη Θάλασσα είναι λίγο πιο δροσερή από τις ελληνικές θάλασσες, έχει μερικό κύμα και η αμμουδιά δεν ψήνει όπως συμβαίνει στην Κατερίνη ή την Κρήτη. Η θάλασσα γίνεται γρήγορα βαθιά, έτσι δεν χρειάστηκε να απομακρυνθούμε πολύ όταν βουτήξαμε. Μετά το φαγητό πάμε προς την πλατεία. Κόσμος πολύς, μερικοί μάς ρωτούν αν έχουμε αμερικανικά δολάρια να ανταλλάξουμε. Κάποιος μιλάει λίγα Ελληνικά. ‘΄Εχετε πάει στην Ελλάδα;΄τον ρωτάμε. ‘Εδώ θα ήμουν εγώ μωρέ αν είχα πάει στην Ελλάδα;’ μας απαντά. Βρήκαμε και δυο έλληνες φοιτητές, ο ένας σπούδαζε Ιατρική, ο άλλος χημικός. Οι έλληνες φοιτητές είναι στον καλύτερο κόσμο σε σχέση με τους βούλγαρους συναδέλφους τους. Παίρνουν τα 120 λέβα το μήνα που τούς δίνει η Βουλγαρική κυβέρνηση και κάθε τόσο πάνε στη Θεσσαλονίκη και επιστρέφουν με κάποιο συνάλλαγμα.

          Την Τρίτη 5 Αυγούστου φεύγουμε με το λεωφορείο πρωί για τη Χρυσή Αμμουδιά, κάπου 25 χιλιόμετρα βόρεια από τη Βάρνα. Ωραία περιοχή, γεμάτη εξοχικές βίλες, θέρετρα και ξενοδοχεία. Παλιότερα η περιοχή. λέει ο κ. Χαράλαμπος, ήταν γεμάτη φίδια αλλά το 1955 η κυβέρνηση έστειλε δυο βαγόνια με σκαντζόχοιρους και τούς άφησε ελεύθερους στις τοποθεσίες που φώλιαζαν τα φίδια και αυτά άρχισαν σιγά σιγά να εξαφανίζονται. Πηγαίνουμε βόλτα με ένα μικρό τρενάκι και κατεβαίνουμε κοντά στη θάλασσα. ‘Δεν ξέρω, λέει η κυρία Αργυρώ, αλλά όταν περπατώ εδώ κοιτάζω για φίδια και σκαντζόχοιρους!’ Οι άλλοι γύρω γελάνε. Στην παρέα μας με τον Τολάκη, το Βασίλη, τη Μαρίνα και τον Παναγιώτη τώρα προστίθονται ο κύριος Χαράλαμπος και οι γονείς τού Παναγιώτη Ιορδάνης και Ματίνα και πάμε για μπάνιο. ΄Οταν βγαίνουμε βρίσκουμε με τον Τολακη το θείο Μήτσο και τους άλλους να περιμένουν. Πάμε κάπου και καταφέρνουμε να παραγγείλουμε αυστριακές μπίρες, ιδιαίτερα για το θείο Μήτσο. Μετά περπατώντας στην παραλία φτάνουμε στο ξενοδοχείο Ιντερνάσιοναλ όπου βρίσκεται το λεωφορείο και οι άλλοι επιβάτες. Λίγο μετά το μεσημέρι επιστρέφουμε στη Βάρνα. Το απόγευμα το πρόγραμμα είχε επίσκεψη στο Ενυδρείο και στα μαγαζιά για ψώνια. Οι επιβάτες, με τα λέβα τής μαύρης αγοράς, αγοράζουν ό,τι φανταστεί κανένας: γυαλικά, κεραμικά, ρούχα, μπιχλιμπίδια. Πιθανόν αύριο το λεωφορείο θα αγκομαχά με το περισσότερο βάρος.

 Το βράδυ, με το θείο Μήτσο και τούς άλλους, πάμε στην παραλία και προσπαθούμε κάπου να σερβιριστούμε αλλά χωρίς επιτυχία. ‘Αχ, αυτή η έρημη γλώσσα!’, λέει η θεία Αλεξάνδρα. Επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο. Αν δεν είσαι στο ξενοδοχείο την ορισμένη ώρα χάνεις το δικαίωμα φαγητού. Θα πρέπει να βρούμε κάποιο εστιατόριο. Πάμε στον 22ο όροφο, όπου με μεγάλη δυσκολία βρίσκουμε έναν σερβιτόρο που μιλά λίγα Ελληνικά και μάς καθίζει σε ένα τραπέζι. Η θέα από το εστιατόριο είναι θαυμάσια. Φαίνεται όλη η Βάρνα. Βγαίνω λίγο έξω και όταν επιστρέφω βλέπω το θείο Μήτσο να έχει παραγγείλει οχτώ μεγάλα μπουκάλια μπίρα Βουλγαρίας. ‘Τι έκανες εκεί, Μήτσο μου! Ποιος θα τα πιεί όλα αυτά!’, λέει η θεία Αλεξάνδρα. ‘Αμ, ο άχρηστος μόνο μια φορά έρχεται να πάρει παραγγελίες, λέει ο θείος Μήτσος για τον σερβιτόρο. Είναι βλέπεις δημόσιος υπάλληλος. Δεν είχε αυστριακές, μόνο βουλγάρικες. Θα τα πιούμε αδερφή, μη στενοχωριέσαι! Θα βοηθήσετε και εσείς!’ Επιστρέφουμε στα δωμάτιά μας γύρω στις 11.

          Πρωί στις 7.30, της Τετάρτης 6 Αυγούστου, ξεκινάμε για τη Σόφια που απέχει από τη Βάρνα 550 περίπου χιλιόμετρα. Περνάμε από το Νόβι Παζάρ, και το Σούμεν που έχει 90.000 κατοίκους. Ταξιδεύουμε από τη βόρεια πλευρά τού Αίμου. Το μεσημέρι σταματάμε για φαγητό στο Βέλικο Τάρνοβο, παλαιά πόλη με 60.000 κατοίκους. Είναι μια ιστορική πόλη, χτισμένη στην πλαγιά ενός λόφου. Η πόλη, λέει ο κ, Χαράλαμπος, αποτέλεσε την πρωτεύουσα τού δεύτερου Βουλγαρικού κράτους, μετά την απελεύθέρωση τής Βουλγαρίας από τούς Βυζαντινούς, μεταξύ 1185 και 1396, όταν η Βουλγαρία έπεσε στους Τούρκους. ΄Ηταν επίσης πρωτεύουσα τής Βουλγαρίας για ένα χρόνο το 1878, μετά την απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό με τη βοήθεια τού Ρωσικού στρατού. Μετά το φαγητό ο κ. Χαράλαμπος λέει να φύγουμε γρήγορα, να μην καθήσουμε για καφέ, θα πιούμε καφέ στο Πράβετς (το χωριό του Προέδρου), ένα ωραίο μέρος με λίμνη, βουνό και δάσος.

          -Ποιανού Προέδρου; λέει ο κύριος Κώστας.

          -Τού κυρίου Τοντόρ Ζίφκοφ, ασφαλώς, τού Προέδρου τής Βουλγαρίας, απαντά ο κ. Χαράλαμπος. Μερικοί δυσφορούν: ‘Τι καφέ θα πιούμε εκεί;’ λέει ο κ. Παύλος, ‘Ε, καφέ βουλγάρικο’, λέει ο θείος Μήτσος.. Ο κ. Χαράλαμπος θυμώνει γιατί ο θείος Μήτσος μίλησε υποτιμητικά για τη Βουλγαρία. ΄Δεν μίλησα υποτιμητικά, διαμαρτύρεται ο θείος Μήτσος. Στη Βουλγαρία δεν είμαστε; Θα πιούμε βουλγάρικο καφέ. Αν ήμασταν στην Ελλάδα θα πίναμε ελληνικό’. Στο δρόμο δεξιά και αριστερά πάλι δάση και μεγάλα αγροκτήματα με αμπέλια και φυτείες ηλιοτροπίου, λικίσκου, κλπ. Το Πράβετς (το χωριό του Προέδρου Ζίφκοφ) βρίσκεται στις βορεινές παρυφές τού Αίμου, θαυμάσια τοποθεσία πάνω από τη λίμνη. Το καφέ που είχε προτείνει ο κ. Χαράλαμπος  είναι κλειστό λόγω διαχειριστικού ελέγχου. Πολλοί διαμαρτύρονται γιατί θέλαμε καφέ στο χωριό τού Προέδρου. Δίπλα στο καφέ υπάρχει ένα εστιατόριο και ο κ. Χαράλαμπος προτείνει να πάμε εκεί. Η ώρα είναι 4 το απόγευμα και βγαίνει ένας χοντρός φαλακρός κύριος, ο διευθυντής τού καταστήματος και λέει ότι δεν μπορεί να ανοίξει αυτή την ώρα, το προσωπικό ξεκουράζεται για τη βραδινή βάρδια. Ο κ. Χαράλαμπος επιμένει και αρχίζει μια φασαρία. Ο θείος Μήτσος τα έχει με τα βουλγαρικά συστήματα. ‘Είναι δυνατόν ένα κατάστημα να διώχνει τους πελάτες του; Αχ, καημένη Ελλάδα!’. Κατόπιν μεγάλης φασαρίας και κάποιων φιλοδωρημάτων κατά τον κ. Παύλο, το κατάστημα μάς ανοίγει τις πόρτες του και οι επιβάτες κάθονται γύρω σε τραπεζάκια, ανάλογα με τις παρέες τους. Σε λίγο μπαίνει πάλι ο διευθυντής και αρχίζει δεύτερη φασαρία. ‘Τι πήγαν και κάθισαν σε όλα τα τραπέζια, δεν μπορούσαν να καθήσουν στα δυο μεγάλα τραπέζια και να πιουν τον καφέ τους; Τώρα το προσωπικό θα χρειαστεί να καθαρίσει όλα τα τραπέζια!’ ‘Αχ, Ελλάδα και πάλι Ελλάδα!’, ξαναλέει ο θείος Μήτσος. ‘Δεν έχεις δίκιο, θείε, προσπάθησα να τού πω. Κάθε χώρα είναι διαφορετική. Προσπάθησε να απολαύσεις τα ιδιαίτερα τής κάθε χώρας και αυτή τη στιγμή να απολαύσεις τη θέα και τον καφέ σου και μην πνίγεσαι στις λεπτομέρειες’. ‘Οι ΄Ελληνες ξέρουν να ζήσουν, ανηψιέ. Και η Αυστραλία το  ίδιο είναι, το θυμάμαι, δεν ήρθα δυο φορές εκεί;. Και η Αυστραλία ένα σκαλοπάτι πάνω από τη Βουλγαρία είναι. ΄Ολα τάξη και στρατιωτική . πειθαρχία’, μού λέει.

          -Η τάξη είναι μέρος τού πολιτισμού τής κοινωνίας. Δεν την επιβάλλει καμιά στρατιωτική πειθαρχία.

-Σαν την Ελλάδα δεν υπάρχει καμιά άλλη χώρα ανηψιέ. ΄Εχουμε τα καφενεία μας, το τάβλι μας, τη μπυρίτσα μας με τα μεζεδάκια μας, ξέρουμε να ζήσουμε.

          Κατά τις 6.00 το απόγευμα ξεκινάμε για τη Σόφια. Το λεωφορείο περνάει μέσα από 3 μεγάλες σύραγγες μέσα από τις οροσειρές του Αίμου και μεγάλες αερογέφυρες με τριγύρω άγρια βλάστηση και θέα. Η Σόφια με 1.100.000 κατοίκους περίπου βρίσκεται στα δυτικά του οροπεδίου σε υψόμετρο 500-650 μέτρων.Το βράδυ μάς πήρανε σε ένα ανοιχτό κέντρο κοντά στο πάρκο, όπου υπάρχει ένα δάσος 3000 στρεμάτων, ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη. Τρώγαμε έξω αλλά σε λίγο άρχισε να βρέχει για μερική ώρα, κάτι που χάλασε κάπως τις προσπάθειες τής ορχήστρας με τούς τοπικούς χορούς και τον πυρρίχιο. Μια ομάδα ανδρών χορεύουν πάνω στα κατακόκκινα αναμμένα κάρβουνα ενώ παίζει η ορχήστρα.

          -Μπα, αυτό μάτια μου είναι σαν τους χορούς στη φωτιά που δείχνει στην Ελλάδα η τηλεόραση, χωρίς ετούτοι να έχουν την εικόνα τού Αγίου Κωνσταντίνου, είπε η θεία Αλεξάνδρα.

          -Πώς να έχουν την εικόνα τού Αγίου Κωνσταντίνου κυρία Αλεξάνδρα; Ετούτοι είναι κομμουνιστές, είπε ο κύριος Κώστας ο κομμωτής.

          -Είναι ο πυρρίχιος, ο αρχαίος Θρακιώτικος χορός, είπε ο Λάμπης. Στην Ελλάδα τον έφεραν οι πρόσφυγες ΄Ελληνες από τη Βουλγαρία. Ο χορός επιζεί για χιλιάδες χρόνια παρά τις μετακινήσεις των λαών. Επιβιώνει ακόμη στη Βουλγαρία. Μια παγανιστική παράδοση που πέρασε στους Χριστιανούς και σήμερα στους κομμουνιστές τής Βουλγαρίας.

Το κέφι μεταδίδεται και μερικοί συνεπιβάτες χορεύουν επίσης, όχι βέβαια ξυπόλυτοι στα κάρβουνα. Ο Παναγιώτης, ο Βασίλης, η Μαρίνα και η Νίκη, η μικρή ελληνοκαναδέζα. Χορεύει και ο Τολάκης πάνω σε μια στάμνα και τού δίνουν δώρο ένα μπουκάλι μπίρα. Στην ομάδα μας έρχεται και ένα ζευγάρι Αμερικανών, ο Ντέιβιντ και η γυναίκα του Πόλα που έφτασαν πριν λίγες ώρες από τη Γιουγκοσλαβία και μένουν σε μια παρακείμενη κατασκήνωση. Ο Ντέιβιντ παίζει με τη φυσαρμόνικά του αμερικάνικα και ελληνικά τραγούδια. ΄Οταν τού λέω ότι είμαι από τη Μελβούρνη μού λέει ξέρω και μερικά αυστραλέζικα τραγούδια και τραγουδάει το Γουόλτζιν Ματίλντα.

Την επόμενη μέρα, Πέμπτη 7 Αυγούστου, πολλοί επιβάτες πάνε στα μαγαζιά για ψώνια. Στις 11.45 όλοι ανεβαίνουμε στο λεωφορείο που μας παίρνει ένα γύρω στους δρόμους τής Σόφιας. Ο κ. Χαράλαμπος λέει ότι τα βουλγάρικα σπίτια και κτίρια έχουν στα παράθυρα μόνο τζάμια. Το μόνο κτίριο σε ολόκληρη τη Σόφια που έχει παντζούρια είναι αυτό τής Ελληνικής Πρεσβείας. Στη συνέχεια το λεωφορείο κατευθύνεται στην πλαγιά τού βουνού Βίτουσια, πάνω από τη Σόφια, για το γεύμα. Στο κέντρο που σταματάμε πάνω στην πλαγιά το νερό είναι κρύο και δροσερό στην κάψα του καλοκαιριού και η θέα από εκεί πανοραμική, όπου αυτό είναι δυνατόν, λόγω τής άγριας βλάστησης. Στην επιστροφή επισκεπτόμαστε την εκκλησία τού Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι που είναι χτισμένη με ρωσική αρχιτεκτονική δόμηση με τους χρυσούς τρούλους. ΄Αρχισε να χτίζεται το 1878  προς τιμή του ρωσικού στρατού που απελευθέρωσε τη Βουλγαρία το έτος εκείνο.. Στην είσοδο έχει ζωγραφισμένη τη Δευτέρα Παρουσία. Ο κ. Χαράλαμπος που εξηγεί τα πάντα λέει στη Δευτέρα Παρουσία στη μία πλευρά τού Χριστού θα πάνε οι καλοί και οι κακοί που θα προορίζονται για την κόλαση θα πάνε στην άλλη. ΄Οσοι εξαργυρώνουν στη μαύρη αγορά θα είναι στην πλευρά των κολασμένων, λέει. ΄Ολοι βρίσκουν το αστείο έξυπνο και γελούν. Το βράδυ έχει πάλι δείπνο σε ένα κέντρο το οποίο όμως είναι σε εσωτερικό χώρο. Η ορχήστρα είναι ενδιαφέρουσα και όπως χτες πολλοί χορεύουν μέχρι τις 11 που το λεωφορείο φεύγει γι να επιστρέψει στο Νοβοτέλ.

Το πρωί τής Παρασκευής 8 Αυγούστου αναχωρούμε στις  7.30 για επιστροφή στην Αθήνα. Περνάμε το Πέρνικ, πόλη με 50.000 και βιομηχανία σιδήρου, το Στάνκε Δημητρώφ, την ΄Ανω Τσουμαγιά, τα στενά τής Κρέσνας, το Σαντάνσκι.

-Άνω Τσουμαγιά! λέει η θεία Αλεξάνδρα. Ο καημένος ο πατεράκης μου ήρθε και πολέμησε εδώ. Τι περνούν οι λαοί με τις τρέλες τού πολέμου!

Στις 11 φτάνουμε στα σύνορα. Στον τελωνειακό έλεγχο όσοι έχουν αγοράσει σερβίτσια αξίας 50 και περισσότερων λέβα πληρώνουν κάποιο δασμό τόσο στο Βουλγαρικό τελωνείο όσο και στο Ελληνικό. Φεύγουμε από τα σύνορα κατά τις 1.00. Στην επιστροφή πολλοί λένε τις απόψεις τους, τραγουδάνε ή λένε κάποιο ανέκδοτο. Ο Λάμπης και ο Μανώλης κατεβαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Στην Κατερίνη σταματάμε ξαφνικά για καμιά ώρα μέσα στο λιοπύρι γιατί χάλασε το λουρί του κινητήρα του λεωφορείου και έπρεπε να διορθωθεί. Φτάσαμε στα Τέμπη εξουθενωμένοι κατά τις 6 και σταματήσαμε για φαγητό. Μετά τα Τέμπη το σκηνικό αλλάζει, βουνά γυμνά, διαβρωμένα, κάνει ζέστη. Οι καλαμιές στο θεσσαλικό κάμπο καπνίζουν, κάπου η φωτιά σε ένα χωράφι έχει κάψει το κάτω μέρος μιας κολόνας, κολόνα πιθανότατα του ΟΤΕ, και η κολόνα αιωρείται καπνίζοντας, κρεμασμένη στον αέρα από τα σύρματα.

Ο Κώστας ο κομμωτής λέει ότι το καθεστώς τής Βουλγαρίας είναι απάνθρωπο και κατασπαταλά την ενεργητικότητα και την εργασία των ανθρώπων που δουλεύουν και τούς προσφέρει ψυχία, ενώ είναι έρμαιο στη διαφθορά τής μαύρης αγοράς και τη βουλιμία των ξένων, ακόμη και των ελλήνων τουριστών που με λίγα ψωροδόλαρα αγοράζουν πράγματα που ο μέσος βούλγαρος δεν μπορεί να τα αγοράσει με τους μισθούς πολλών μηνών. Ο κύριος Ιορδάνης λέει ότι τού άρεσε η τάξη και εύχεται γρήγορα η Βουλγαρία να ξεπληρώσει το εξωτερικό της χρέος και να βελτιώσει τις αποδοχές των εργαζομένων της. Οι νέοι που ήρθαν με τον Ριζοσπάστη απλώς ακούνε, δεν λένε τίποτα. Ο κύριος Δήμοςς στο λογίδριό του λέει ότι ασφαλώς πολλά πράγματα στη Βουλγαρία δεν είναι ευχάριστα. Υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Το καθεστώς τους είναι ετερόφωτο. Δεν έκαναν μόνοι τους την σοσιαλιστική επανάσταση αλλά απελευθερώθηκαν από τον Σοβιετικό στρατό. Δεν θα ήταν το ίδιο στην Ελλάδα που θα μπορούσε να απελευθερωθεί από τις δικές της δυνάμεις, από το δικό της προοδευτικό και κομμουνιστικό κίνημα. Αν νικούσαμε το 1944 σήμερα θα είχαμε μια διαφορετική Ελλάδα, όχι σαν το καθεστώς τής Βουλγαρίας. Σας προσκαλώ όλους όταν περάσετε από τη Νεμέα να μού τηλεφωνήστε, να περάστε από το σπίτι μου και να γευτείτε το κρασί που γεύτηκε ο Ηρακλής. Ο κύριος Γιώργος λέει ότι ευτυχώς οι αριστεροί δεν κέρδισαν στη δεκαετία τού 1940 γιατί ‘τού ΄Ελληνα ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει’. Θα είχαμε δικτατορία, φυλακές και εξορίες από την αριστερά και η Ελλάδα θα ήταν σήμερα σε χειρότερη μοίρα από τη Βουλγαρία. Ο Τολάκης, ο δάσκαλος, σηκώνεται εδώ και λέει όλα αυτά είναι υποθετικά και η Ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις. Το 1944 νίκησαν οι δεξιοί, μετά είχαμε έναν τρομερό εμφύλιο πόλεμο όπου οι ΄Ελληνες σκότωναν ΄Ελληνες. Θα μπορούσαμε να τον είχαμε αποφύγει τον εμφύλιο. Στη συνέχεια είχαμε τις εμπειρίες και τη δικτατορία που ξέρουμε, είχαμε τη δημοκρατική αλλαγή τού 1974 και σήμερα έχουμε την Ελλάδα που έχουμε ή που μας αξίζει. Αν έγιναν λάθη ή πολλά πράγματα μπορούν να βελτιωθούν ας τα ψάξουμε και ας τα συμφωνήσουμε επιτέλους μόνοι μας. Είχα διαβάσει σε κάποιο κείμενο του Γιώργου Σεφέρη ένα πολύ σχετικό Κρητικό ρητό ή μαντινάδα:

Την τύχη του ο κάθε λαός την κάνει μοναχός του

και όσα τού κάνει η τρέλα του δεν τού τα κάνει ο εχτρός του.

 

Η θεία Αλεξάνδρα σηκώνεται να τραγουδήσει το ‘Κάποια μάνα αναστενάζει’.

-Είναι ένα τραγούδι που τραγουδούσαμε στα χρόνια του εμφυλίου, όταν ήμασταν νέοι. Πολλοί τη συνοδεύουν και στο τέλος τη χειροκροτούν.

-Ευχαριστώ, λέει η θεία Αλεξάνδρα. Χάρηκα που γνώρισα αυτές τις μέρες τον καθένα και την καθεμιά από σας. Να ευχαριστήσουμε και τους οδηγούς μας, το Μενέλαο και το Γιάννη. Και εγώ σας προσκαλώ με τη σειρά μου, αν περάσετε από το Κιάτο να έρθετε να με δείτε και να σας φιλέψω, ανάλογα με την εποχή, μια τσάντα με πορτοκάλια, μούσμουλα ή βερίκοκα, από τα καλύτερα του Κιάτου. Στις 11.40 το βράδυ το λεωφορείο έφτασε στην Αθήνα.


 

Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info