\\               ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            





 
 

 


 



 

 Τα ανεξίτηλα ίχνη του Αλαφροΐσκιωτου, Σικελιανού: Ο Πρεβελάκης[1] έγραψε  χωριστά για τον Σικελιανό, τον οποίο, όπως λέει, γνώρισε καλύτερα αργότερα, όταν είχε ήδη πλησιάσει και μελετήσει το έργο του μεγάλου Επτανήσιου Ποιητή, ο οποίος διαπνεόταν από διαφορετικό, φιλοσοφικό οίστρο στην πνευματική του δημιουργία, από τον αντίστοιχο του Καζαντζάκη. Μιλάει για την μοναδική εμπειρία του και χαρακτηρίζει ευλογία το γεγονός ότι έζησε κοντά στους δύο κορυφαίους άντρες της ελληνικής λογοτεχνίας, οι οποίοι δε φοβούνταν να ονομάσουν τους εαυτούς τους, Θεούς[2].

Ως επίτιμος πλέον διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών[3], ως φίλος και δεινός θαυμαστής των δύο πνευματικών δημιουργών, του Καζαντζάκη[4] και του Σικελιανού[5], ο Π. Πρεβελάκης επιλέγει ως θέμα της ομιλίας του, τη φιλία που άνθισε ανάμεσα στους δύο άντρες, και παρά τις αντιθέσεις τους, οι οποίες  ξεκινούσαν  από το διαφορετικό άμεσο περιβάλλον και το ευρύτερο κοινωνικό εντός των οποίων είχαν γαλουχηθεί. Ο Σικελιανός,  αντίθετα με τον Καζαντζάκη, δε βίωσε μία τραυματική παιδική ηλικία[6], διότι η ιδιαίτερη πατρίδα του, Λευκάδα, διήγε  ειρηνικό βίο, κατ αντίθεση προς την Κρήτη, την ιδιαίτερη πατρίδα  του Καζαντζάκη, και επιπλέον η σχέση των γονέων του, εν γένει, υπήρξε αρμονική. Ο πατέρας του, Ιωάννης Σικελιανός,  χρημάτισε καθηγητής ξένων γλωσσών, στη μέση εκπαίδευση.

 Ξεκινώντας από το ιστορικό της φιλίας του Κρητικού και του Λευκαδίτη,  που εξελίσσεται στη διάρκεια της περιοδείας τους στο Άγιο Όρος, ο Πρεβελάκης προχωρά στην  περίοδο του προσανατολισμού των δύο, ως προς τον χαρακτήρα τους, και στην αλλαγή κατεύθυνσης της αλληλοεπίδρασής τους αργότερα, καθώς στην πορεία των σχέσεών τους,


[1] Στο βιβλίο του Π. Πρεβελάκη: Α. Σικελιανός, ο. π.

[2] Π. Πρεβελάκης, Η Κεφαλή της Μέδουσας,  1963, ο. π., σσ. 92-93.

[3] Στην ομιλία του, όταν ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1982, (15 Μαρτίου). Ο Πρεβελάκης αντάξιος μαθητής δύο μεγάλων διδασκάλων, αφιέρωσε στον Καζαντζάκη τον Α τόμο του Κρητικού του, στον Σικελιανό το ποίημα Πρίαμος και στους δύο το έργο του: Ο Ήλιος του Θανάτου.

[4] Ο Καζαντζάκης του αφιέρωσε το πρώτο χειρόγραφο της Οδύσσειάς του, την Ασκητική (1945), το κάντο στον Γκρέκο (Τερτσίνες Αθήνα 1960).  Καθαρογράφει την  Οδύσσεια και φέρνει αυτοπροσώπως στο Παρίσι το τεράστιο χειρόγραφο των 1984 σελίδων, και το χαρίζει στον Πρεβελάκη. Τα Χριστούγεννα του 1938 ο Καζαντζάκης αφιερώνει στον Πρεβελάκη και πάλι την Οδύσσεια, σε χαρτόδετη εκτύπωση.

[5] Ο Σικελιανός καλωσόρισε το βιβλίο του Πρεβελάκη Το Χρονικό μιας Πολιτείας, με το ομώνυμο ποίημά του (1939) και αργότερα του αφιέρωσε τον Αττικό του (1942).

[6] Ο πατέρας του δίδαξε και στο γυμνάσιο της Λευκάδας. Αγαπούσε τους κλασσικούς και την ξένη λογοτεχνία, ήταν δημοτικιστής και ενθουσιώδης θαυμαστής και υποστηρικτής της επτανησιακής παράδοσης.  Η μητέρα του Χαρίκλεια, ήταν θυγατέρα του Πάνου Στεφανίτση, που καταγόταν από την Κεφαλληνία, ενώ η μητέρα της από την Ηπειρώτικη οικογένεια: Μόστρα. Η Χαρίκλεια Σ. ως γυναίκα, υπήρξε ιδιαίτερα μορφωμένη για την εποχή της. Από τα εφτά παιδιά που γεννήθηκαν, τα δύο ήταν κόρες. Από τα αγόρια ο Άγγελος και ο Διονύσης πέθαναν πολύ ενωρίς. Ο Σικελιανός γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου του 1884[6]. Πήρε το όνομα του αδερφού του, που πέθανε το 1884. Το 1907 παντρεύτηκε την Εύα Πάλμερ και απέκτησε ένα γιο τον Γλαύκο. Το 1909,  ένα χρόνο πριν από το θάνατο του πατέρα του,  δημοσίευσε τον Αλαφροΐσκιωτο που τον έγραψε το 1907, και ενώ βρισκόταν στην Αίγυπτο επισκεπτόμενος τον αδερφό του Έκτορα. Ο ποιητής προσπάθησε και βοήθησε στην οργάνωση των Δελφικών Εορτών το 1927 και το 1930. Ο ποιητής σε δεύτερο γάμο του, νυμφεύτηκε την Άννα το 1940.  Ο Σικελιανός πέθανε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου του 1951, σε ηλικία 67 χρόνων και ενταφιάστηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

 

συνειδητοποιούν εκείνα που τους ενώνουν ή τους χωρίζουν. Ετούτη η τελευταία περίοδος της συνειδητοποίησης, όπως παραπάνω, υπήρξε δραματική για τις σχέσεις των δύο ποιητών.  Βαθμηδόν το χάσμα ανάμεσά τους βαθαίνει, καθώς ο Καζαντζάκης έχει πάρει θέση έναντι των φιλοσοφικών ρευμάτων στην Ευρώπη, αντίθετα προς τον Σικελιανό, που εμμένει πιστός στον Ελλαδικό χώρο και την μακραίωνη παράδοσή του.

Η σχέση του Καζαντζάκη με τον Σικελιανό[1], τον αιθέριο και κατειλημμένο από τη Μούσα του, την ποίηση,  τον λάτρη της αθανασίας, τον Πέτρο τον Ποιητή, όπως τον αποκαλεί στο έργο του, Συμπόσιο, επισφραγίζει την άποψη, ότι μολονότι κατά καιρούς κατέχεται από διαφορετικές ιδεολογίες, τελικά ενδιαφέρεται για τις ενέργειες του ατόμου, που θεωρεί τον εαυτό του πνευματικό δημιουργό και πιστεύει ότι οι δραστηριότητές του, μπορούν να αλλάξουν τον ρυθμό του κόσμου[2].

Λογοτέχνες της ίδιας γενιάς οι δύο χαρισματικοί άνδρες, έμελλαν να αντιπροσωπεύσουν την Υψηλή Τέχνη τους, ως οι κορυφαίοι της στη Λογοτεχνία των Νεοελλήνων και να τη φημίσουν έξω από τα ελληνικά σύνορα. Ξεχωριστό κοινό χαρακτηριστικό των δύο ανδρών, υπήρξε η αγάπη για την ελληνική Δημοτική γλώσσα. Η Ελένη Καζαντζάκη χαρακτήρισε τη γνωριμία τους, θεϊκό δώρο και ο Α. Σικελιανός, θεωρήθηκε ένας αδερφός για τον Ν. Καζαντζάκη[3].

Παράδοση, έρωτας, θρησκεία, φύση: θεμελιώδη στοιχεία στο έργο  του Α. Σικελιανού: Ο Σικελιανός όπως ο Καζαντζάκης έγραψε[4] ποίηση, θέατρο-τραγωδίες, άρθρα ποικίλου περιεχομένου, ημερολόγιο, ομιλίες. Ο έρωτας και η γυναίκα κατέχουν εξέχουσα θέση στη ζωή του. Με την Αμερικανίδα λάτρη της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, Εύα Πάλμερ, κατέληξε σε γάμο ύστερα από ένα σφοδρό, αμοιβαίο αίσθημα. Από το έργο του Αλαφροΐσκιωτος, αφιερώνει στην Εύα, ειδικά, και το τελευταίο κομμάτι που επιγράφεται, χρυσόφρυδη[5]. Αυτό, μαζί με το κομμάτι, Το έργο, αποτελούν το κλείσιμο του ποιήματος, το οποίο στο σύνολό του και μέσα από το συμβολισμό του, υπαγορεύεται από το αίσθημα της ευτυχίας του δημιουργού του,  κοντά στην Εύα. Η καλή σχέση των γονέων του, είχε θέσει τις βάσεις για την ψυχική διάθεση του ποιητή,  στη σχέση του με το άλλο φύλο. Θεωρεί τον έρωτά του, δώρο προς τη γυναίκα και παράλληλα αυτός, ο ποιητής, αποτελεί τον μύθο του τραγουδιού του, για τους αναγνώστες του.


[1] Τονίζεται η διαφορετικότητα των απόψεων των δύο: -Εγώ προτιμώ τον τράγο του αρχαίου χορού, είπεν ο Πέτρος. Αυτός, προστάτευε τον αιώνιον άνθρωπο.  Μεταλάβαινε το  αίμα του θεού, έσμιγε μαζί του, γινόταν ένα και ζούσε για μιαν υπέρτατη στιγμή τις χαρές και το χαμό του. (Ν. Καζαντζάκης, Συμπόσιον, Εκδ. Ε. Καζαντζάκη, Δεύτερη Έκδ. σ. 28).

[2] Ν. Καζαντζάκης, Συμπόσιον, αυτόθι, σ. 36.

[3] Ε. Καζαντζάκη, Ν. Καζαντζάκης ο Ασυμβίβαστος, 2η έκδοση, Εκδ. Ε. Ν. Καζαντζάκη, δεύτερη Έκδοση, Αθήνα 1983, σ. 64.

[4] 1. ποίηση: τον Αλαφροΐσκιωτο (1907) που εμπεριέχεται με ένα δεύτερο μέρος: Οι ραψωδίες του Ιονίου[4], στον Α΄ Τόμο του Λυρικού Βίου.  Ο Δελφικός Λόγος (1927), το Αντίδωρο (1943), Μήτηρ Θεού (που έγραψε με αφορμή το θάνατο της αδερφής του Πηνελόπης που πέθανε από φυματίωση στην Ελβετία το 1917), το Πάσχα των Ελλήνων  2. τραγωδίες: Ο Διθύραμβος του Ρόδου (1932), Ο Δαίδαλος στην Κρήτη (1943), Η Σίβυλλα (1944), Ο Χριστός στη Ρώμη (1946), Ο Θάνατος του Διγενή (1947), Ασκληπιός (ημιτελής). Οι τραγωδίες του Α. Σικελιανού, συγκεντρώθηκαν σε τρεις τόμους με τον τίτλο Θυμέλη, Α' και Β', 1950, Γ', 1954.

3. Επίσης έγραψε άρθρα για τη Δελφική Ιδέα μεταξύ 1926-1932, και μελέτες για τον Ροντέν (1918) και για τον Παλαμά (1943) καθώς και για τους: Αισχύλο τον Πίνδαρο, τον Δάντη, τον Σαίκσπηρ, τον Κήτς, τον  Ουίτμαν. 4.Υπήρξε ενεργητικός και δίπλα στα άλλα έκανε ομιλίες, έγραψε σημειώματα αλλά και το ημερολόγιο που κράτησε στην περιοδεία του με τον Καζαντζάκη, για σαράντα ημέρες στο Άγιο Όρος μεταξύ 15/11ου και 25 /12ου, 1914.

[5] Η σύλληψή του δένεται με το σφοδρό ερωτικό συναίσθημα του ποιητή, και τη στέρηση της αγαπημένης του ενώ βρίσκεται στη Λιβύη,  στιχ: 820-1049, σ. 161. Άπαντα Σικελιανού, Λυρικός Βίος, Τόμος Α Φιλολ. Επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης, Έκδ. Ίκαρος, 1981.

Ο έρωτας του Σικελιανού προς τη γυναίκα, είναι εντελώς ανεξάρτητος από  τον έρωτα που του εμπνέει η πνευματική δημιουργία. Τα δύο ετούτα διαφορετικά  στοιχεία, τον εμπνέουν και τον λυτρώνουν, μέσα από ένα είδος διονυσιακής μέθης, που υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια.  Δίπλα  στη απαραίτητη γυναικεία παρουσία και στον έρωτα, και κοντά στα άλλα υπαρξιακά στοιχεία της προσωπικότητάς του, ο Σικελιανός χρειάζεται και τιμά τους γονείς του και με παρόμοια ισχύ, τιμά την Αρχαιοελληνική παράδοση, δίπλα στην αντίστοιχη Νεοελληνική-Χριστιανική.

Το φυσικό περιβάλλον του εμπνέει αγάπη προς την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια. Στους Στίχους του, όπως απλά τιτλοφορεί τον Πρόλογο στη Ζωή[1], κατανοεί κανείς την αφοσίωση του λυρικού ποιητή στη φύση, στην πατρίδα και στην καταγωγή, στη θρησκεία, στο άλλο φύλο και στην οικογένεια, με τρόπο, που αποκαλύπτει τη φυσική ειρηνική συνύπαρξη και συγχώνευση, όλων ετούτων των στοιχείων στο πνεύμα του. Ετούτα τα χαρακτηριστικά μολονότι απαντούν και στον εμπνευσμένο Αλαφροΐσκιωτο, στο έργο του Στίχοι, ξεχωρίζουν και αναπτύσσονται.

Το φιλόμουσο Επτανησιακό περιβάλλον συντελεί ώστε  ο Σικελιανός να ενστερνιστεί το πνεύμα της μουσικής, την εποχή που η ηπειρωτική Ελλάδα διανύει δύσκολες ιστορικές στιγμές. Η αιθεροκύμαντη σκέψη του, είναι προϊόν του συνδυασμού: γη, ουρανός, θάλασσα. Στον Αλαφροΐσκιωτο, ως  κύτταρο της φύσης, ο Σικελιανός, της πλέκει τραγούδια, συνδυάζοντας στοιχεία μυστικισμού από την προγονική του κληρονομιά παλιά και νέα, τα οποία δένει όμορφα μεταξύ τους, δένει τον Διόνυσο, την Αριάδνη, την Κυβέλη, την Περσεφόνη ή τον Πλούτωνα, την Ορφική  θεογονία και τον Προμηθέα, με τον Χριστιανισμό.  Ως μουσουργός και ποιητής, υιοθετεί τα χαρακτηριστικά της λατρείας του συμβόλου του Θρακιώτη Λυράρη Ορφέα: την αγνότητα και τη γαλήνη μιας άλλης ζωής η οποία ακολουθεί την παρούσα, στοιχεία που συμπίπτουν με εκείνα του Χριστιανισμού. Για να πλέξει τους μύθους του, ο Σικελιανός, στηρίζεται στις τρεις θρησκευτικές τελετουργίες μυστικισμού των θεών που λατρεύονται από τους αρχαίους Έλληνες: του Ορφέα στη Θράκη, του Διόνυσου στην Ελευσίνα και του Απόλλωνα στους Δελφούς. Αναπλάθοντας το μυστικισμό των αρχαίων Ελλήνων μέσα του, τον μετουσιώνει σε μείγμα, που εμπεριέχει σα σε φυσική κατάληξη τα Νεοελληνικά Χριστιανικά δεδομένα, τα οποία αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της ποίησής του. Στον Αλαφροΐσκιωτο, ανασταίνεται ως αρχέφηβος, δηλαδή ως νέος εμβαπτισμένος στο αρχαίο πνεύμα.

[1]1915-1917, όπου συμπεριλαμβάνονται τέσσερεις ενότητες: Η Συνείδηση της Γης μου (στ.11-67), Η Συνείδηση της Φυλής μου (στ. 71-116), Η Συνείδηση της Γυναίκας (στ. 119-161), Η Συνείδηση της Πίστης (στ. 165-222), Η Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας (στ. 225-249). Α. Σικελιανός, Λυρικός Βίος, Γ Τόμος, Πρόλογος στη Ζωή, Η Συνείδηση της Γης μου, Φιλολ. Επιμ. Γ. Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Β έκδοση, 1976.



 

 







γράφη η Πιπίνα Δ. Έλλη

ELLES ΠΙΠΙΝΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΙΩΣΗΦΙΔΟΥ

 

 

 





GREECE






 

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info