\\               ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            





 
 

 


 



Ο εφιάλτης:
Τι διαφέρει, ο βιασμός της ψυχής
από εκείνον του σώματος!

Πιπίνα  Δ. Έλλη (Elles)

 Απόσπασμα από το μυθιστόρημά  μου

Η Αγάπη της Μαργαρίτας

Η Μαργαρίτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όσο και αν ήθελε και αν προσπαθούσε,  στο μυαλό της ερχόταν επίμονα, μία τραγική ιστορία, εκείνη της δεκαπεντάχρονης Μάγδας, που ορφανή από τους γονείς της, αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο στο ακριτικό χωριό τους, και να πάει να μείνει με τη γιαγιά της, που ζούσε έξω από αυτό.  Εκ των πραγμάτων και παρά τη θέλησή της, η μικρή, είχε γίνει βοσκοπούλα. Βοηθούσε τη γιαγιά της τη Διαμαντίνα στη στάνη, όσο μπορούσε περισσότερο και σπάνια κατέβαινε στο χωριό. Όταν λοιπόν της δινόταν αυτή η ευκαιρία, επισκεπτόταν  το σχολείο, είτε για να δανειστεί κάποια αναγνωστικά, για να μη ξεχάσει τα λίγα γράμματα που είχε μάθει, ή για να τα επιστρέψει. Η Μάγδα που είχε υποφέρει και είχε στερηθεί πολλά, ακόμη και τη μεγάλη της αγάπη, τα γράμματα, στα  δεκαπέντε της χρόνια είχε ένα τραγικό δυστύχημα: βιάστηκε από τον πρώτο εξάδελφό της, το Μήτσο, έναν άντρα, δέκα χρόνια μεγαλύτερό της.

Ο άθλιος Μήτσος, κάποια μέρα που είχε ανεβεί στη μικρή στάνη της γιαγιάς της και δική της, και προσποιούμενος ότι συμμεριζόταν τη στεναχώρια της πρότεινε να τη βοηθήσει να ψάξουν μαζί για το χαμένο φυλαχτό της, κληρονομιά από την πεθαμένη μανούλα της. Αρχικά την είχε παρασύρει στην καλύβα, όπου φύλαγαν  τα λιγοστά αρνιά τους, τη μόνη περιουσία τους της γιαγιάς Διαμαντίνας και δικιά της. Εκεί μέσα, και ενώ δήθεν την παρηγορούσε που έκλαιγε,  για το χαμένο φυλαχτό,  την άρπαξε ξαφνικά, τη ζόρισε κάτω από το βάρος του σώματός του και την ακινητοποίησε. Η μικρή μάταια με τη λίγη δύναμη που διέθετε,  προσπάθησε να τον τινάξει από πάνω της. Ο βάρβαρος άντρας, αδιάφορος για τις απεγνωσμένες αντιδράσεις, τις φωνές φόβου και απελπισίας της νεαρής Μάγδας, προχώρησε στην πιο άνανδρη πράξη: του βιασμού ανηλίκου.  Η δεκαπεντάχρονη υπέκυψε στη θέληση του κακούργου βιαστή της και γνώρισε τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, με τη συνοδεία του αφόρητου πόνου και της σιχαμάρας. Την ώρα του εγκλήματος στο συγχυσμένο μυαλό της κόρης στοιβάχτηκαν απρόσκλητες κάποιες εικόνες της καθημερινότητας στη στάνη, το κριάρι τους που σκαρφάλωνε τις προβατίνες τους. Στις σκέψεις αυτές της ήρθε εμετός.

 

Η γιαγιά της Μάγδας, που ερχόταν μαζί της, ιδιαίτερα την περίοδο που έσμιγαν τα ζώα, της υπαγόρευε να μην τα χωρίζει και να τα αφήνει ήσυχα.  Η μικρή Μάγδα καθώς θεωρούσε αυτού του είδους τη συμπεριφορά, φυσική για τα ζώα, δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία σε αυτά. Αλλά μερικές φορές που άθελά της γινόταν μάρτυρας αυτών των ενώσεων, ένιωθε πως το κριάρι έκανε ό,τι ήθελε, ενώ οι χαζο-προβατίνες καθόταν και δεχόταν παθητικά σχεδόν, την πράξη του. Ήξερε ακόμη πως η πράξη του κριαριού ωφελούσε το κοπάδι τους, γιατί έκανε τις προβατίνες, ύστερα  από πολλές εβδομάδες, να γεννούν δυο-τρία αρνάκια. Η γιαγιά κατέβαζε τα αρνάκια στο χωριό και τα πούλαγε, στους χωριανούς που τα είχαν παραγγείλει για τον Πασχαλινό οβελία.

Ο Μήτσος, λες και κατάλαβε την τάση της Μάγδας για αδιαθεσία, χαλάρωσε και την άφησε μια στιγμή, έτσι, όπως ήταν κατασπαραγμένη και πονεμένη.  Οι σκέψεις της μικρής για το πάθος της εντροπής, μπερδεμένες με το άγχος της, την είχαν εξαντλήσει. Δεν καταλάβαινε γιατί αυτός, ο δικός της άνθρωπος, την είχε ντροπιάσει, την είχε κακοποιήσει, και την  έκανε να υποφέρει τόσο πολύ. Ήξερε πολύ καλά τι της είχε συμβεί. Ήταν τρομερό, ήταν άρρωστο.  Δίπλα στον πόνο, ένιωθε τη θέρμη του αίματός της από το τραύμα της. Έκανε να σηκωθεί, όταν ο εξάδελφός της με το παραμορφωμένο, από μία ζωώδη, ερωτική μανία, πρόσωπό του, την ακινητοποίησε ξανά, για να επαναλάβει την ίδια ανόσια πράξη. Η Μάγδα τρομοκρατήθηκε. Μάταια προσπάθησε  ξανά και ξανά να ελευθερωθεί. Μάταια κλαίγοντας τον ικέτεψε να την αφήσει, να μην την πονέσει άλλο. Όλα ήταν μάταια. Όχι δεν σκόπευε να την αφήσει από τα χέρια του ο αγροίκος. Όχι μόνο αυτό, αλλά την απείλησε κιόλας, ότι αν έλεγε κάτι στη γιαγιά της ή οποιονδήποτε άλλον θα την "καρύδωνε".  Ασέλγησε λοιπόν απάνω της ξανά, και πάλι λίγο αργότερα, όταν η μικρή Μάγδα είχε λιποθυμήσει από τον πόνο. Όταν συνήλθε, ο εγκληματίας Μήτσος είχε αφανιστεί. Η μικρή προσπάθησε να σηκωθεί, να απομακρυνθεί από τον τόπο του εγκλήματος, προτού ακόμη συνέλθει από το σοκ που την είχε καταλάβει. Παραπατώντας ήρθε στο πηγάδι.  Τράβηξε με μεγάλη προσπάθεια τον κουβά και με χέρια που έτρεμαν ακατάσχετα έχυσε το νερό στο κεφάλι της. Έπλυνε πρόχειρα τα λερωμένα πόδια της, ύστερα τους μηρούς της και καταβάλλοντας  προσπάθεια τόλμησε να απλώσει τα τρεμουλιάρικα χέρια της και να πλύνει τα χαμηλά μέρη του σώματός της. Ένιωθε ότι είχε γίνει ολόκληρη, μία μεγάλη πληγή. Έβγαλε αργά τη μαντήλα από το κεφάλι της και σκουπίστηκε όπως μπορούσε.

Η Μάγδα μίσησε το πρόσωπό του Μήτσου, μίσησε τον άντρα που της έκανε τόσο κακό, και που αγνόησε με τρομερή κυνικότητα τα παρακάλια της. Όλα όσα της είχαν συμβεί ήταν  ό,τι χειρότερο για το νεαρό της ηλικίας της,  γιατί καθώς ζούσε με τη γιαγιά της, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, δεν είχε την ευκαιρία να μάθει να επικοινωνεί, κάπου τέλος πάντων, τα όποια προβλήματά της και να ζητάει βοήθεια. Η απειρία της και το δυστύχημά της φούντωσαν μέσα της τα αισθήματα δειλίας, φόβου, ταπείνωσης και ντροπής. Μη γνωρίζοντας τα σχετικά γύρω από τις περίφημες σχέσεις των φύλων, παρά ελάχιστα και μόνο από τα μισόλογα των γυναικών, που σπάνια έρχονταν να δουν τη γιαγιά της, εκείνη την ημέρα, όταν γύρισε σπίτι της μαζεμένη και πονεμένη και αργότερα από ότι συνήθιζε, δεν τόλμησε να πει τίποτα.

Η γιαγιά της και η θεία της αδερφή της μάνας της και μάνα του εξαδέλφου της Μήτσου- που ζούσε στο ίδιο χωριό, εκείνη τη μέρα έτυχε να επισκεφτεί τη γιαγιά της. Οι δύο γυναίκες την περίμεναν ανήσυχες. Είχε αργήσει. Όταν μάλιστα έφτανε στο σπίτι τους, εκείνες είχαν κιόλας ετοιμαστεί  να κινήσουν για να τη βρουν. Θα ανέβαιναν  στη μικρή  στάνη, όπου είχε διαπραχτεί το ειδεχθές έγκλημα του Μήτσου.  Ησύχασαν όταν είδαν το κορίτσι τους να έρχεται. Καθώς μάλιστα η γιαγιά της δεν έβλεπε καλά, δε μπόρεσε να διαβάσει τίποτα στο σκοτεινό, το παγωμένο σαν πέτρινο, πρόσωπό της. Η θεία της όμως, που κάπου και που επισκεπτόταν τη γριά μάνα της και την ανιψιά της, είχε τρομάξει από τη χλομάδα της και το φόβο του πληγωμένου ζώου, που νόμισε ότι διέκρινε για πρώτη φορά, στα μάτια της ανιψιάς της. Η νεαρή Μαργαρίτα παρά τις προσπάθειές της δεν τα κατάφερνε να κρυφτεί.  Ήταν άρρωστη. Παραπατούσε σα να ήταν ζαλισμένη και δε μιλούσε καθόλου. Δεν είχε αρθρώσει λέξη από τη στιγμή που τις είχε αντικρύσει. Είχε σύρει τα βήματά της κατ ευθείαν μέσα στο σπιτάκι τους, για να πέσει στο κρεβάτι της αμίλητη. Η θεία της είχε πιάσει το μέτωπό της και είχε διαπιστώσει ότι η μικρή έκαιγε. Όταν την είχε σηκώσει από το κρεβάτι της για να της βγάλει τα ρούχα είχε προσέξει πως η μικρή αιμορραγούσε. Δεν είχε πει τίποτα για να μην την τρομάξει.  Ίσως κιόλας να ήταν τα έμμηνα της μικρής.  Η Μάγδα είχε σηκωθεί μόνο για να βγάλει μια φωνή και να λιποθυμήσει.  Η Θεία της την είχε σηκώσει με το ζόρι στο κρεβάτι. Τότε μόνο η γιαγιά είχε καταλάβει ότι η μικρή της ήταν άρρωστη και της είχε πλύνει το πρόσωπο με χέρια που έτρεμαν, ενώ η θεία της είχε καθαρίσει τα πόδια της που είχαν πλημμυρίσει στο αίμα. Της είχε φτιάξει ένα χαμομηλάκι που το είχε πιει με το ζόρι γουλιά-γουλιά, την είχε σκεπάσει με αγάπη, και είχε καθίσει από πάνω από το κεφάλι της δροσίζοντάς το με νερόξυδο, ώσπου την είχε πάρει ο ύπνος. Καμία από τις δύο γυναίκες δεν είχε ρωτήσει για τα αρνιά, ούτε για τη σκυλίτσα της Μάγδας, που την είχε πιάσει ο εξάδελφός της και την είχε δέσει στην πόρτα του καλυβιού, όταν δήθεν έψαχνε για το φυλαχτό, για να μην πηδάει απάνω του. Αργότερα αποδείχτηκε ποιος ήταν ο λόγος που το είχε κάνει: για να είναι ήσυχος από δαύτη όλη την ώρα που πλήγωνε τη μικρή Μάγδα. Η σκυλίτσα είχε μείνει στη στάνη, στο μέρος όπου την είχε δέσει ο αγριάνθρωπος εξάδελφός της.  Η γιαγιά Διαμαντίνα, που είχε ανεβεί δυο μέρες αργότερα είχε τρομάξει πολύ, γιατί την είχε βρει "μισολυσσαγμένη", όπως έλεγε στην επιστροφή της.  Δεν καταλάβαινε τι είχε γίνει εκείνη την ημέρα, που η Μάγδα της γύρισε άρρωστη, από εκεί πάνω.

Οι εβδομάδες που είχαν ακολουθήσει ήταν ένα μαρτύριο για τη μικρή Μάγδα. Εκτός του ότι πάθαινε πονοκεφάλους και ιλίγγους διαπίστωνε κάποιες αλλαγές στο σώμα της. Το στήθος της μεγάλωνε και πόναγε.  Όταν το πίεζε έβγαζε ένα υγρό, σα γάλα. Όμως, σε ποιον τολμούσε το κοριτσάκι να μιλήσει για αυτά τα φοβερά σημεία: στη γιαγιά της ή ακόμη χειρότερα στη θεία της, τη μάνα του Μήτσου; Η θεία της αν και είχε σχεδόν ξεχάσει το περιστατικό, δεν μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός ότι η Μάγδα είχε αλλάξει από εκείνη την ημέρα οριστικά. Δεν ήταν πλέον η χαρούμενη παιδούλα, η γελαστή τσοπανοπούλα που τραγουδούσε όταν πήγαινε στη ραχούλα για να βοσκήσει τα λιγοστά αρνάκια τους.  Τα ρούχα της είχαν αρχίσει να πλέουν απάνω της από την ανορεξία της. Τα άλλοτε ροδοκόκκινα και παχουλά μαγουλά της, είχαν "λακκουβιάσει" και ξεχώριζες τα ζυγωματικά της να σπρώχνουν το δέρμα της, που είχε μαραθεί σα να ήταν πενήντα, εξήντα χρονών γυναίκα, σα να ήθελαν να το σκίσουν. Αληθινά η εμφάνισή της Μάγδας είχε αλλάξει ριζικά.  Επιπλέον φοβόταν να πάει στα αρνάκια τους και όταν πήγαινε βιαζόταν να γυρίσει γρήγορα στο σπιτάκι τους.

Ο εξάδελφός της, ο Μήτσος, είχε εξαφανιστεί "το παλιόσκυλο". Η θεία της είχε μίλησε για εκείνον μόνο μια φορά: είχε πάει λέει στην πολίχνη για κάποιες δουλειές και θα γύριζε κάποιους μήνες αργότερα. "Καιρός ήταν να ψάξει και για καμιά γυναίκα!" είχε πει η θεια της.  Είχε γίνει άντρας της παντρειάς, προ πολλού μάλιστα.  Η Μάγδα είχε ακούσει το νέο με ανακούφιση. Δεν μπορούσε να  ζήσει έτσι για πολύν καιρό.  Κάτι έπρεπε να συμβεί.  Μαράζωνε και έλιωνε ώσπου η θεία της αποφάσισε να την πάει επιτέλους στο γιατρό. Η Μάγδα όμως, την  ημέρα που επρόκειτο να επισκεφτούν τον γιατρό στην πολίχνη, το είχε σκάσει και δεν βρισκόταν πουθενά. Τα παράξενα καμώματά της τα είχε πια πάρει η θεία της και για ψυχολογικά και είχε αρχίσει να ανησυχεί διπλά για το κορίτσι.  Τι μπορούσε όμως να κάνει; Περίμενε λοιπόν να δει πώς θα εξελισσόταν αυτή η κατάσταση.

Είχαν περάσει μήνες από την τραγική ημέρα του βιασμού της Μάγδας.  Η μικρή που στο μεταξύ είχε μπει στα δεκαέξι της, εξακολουθούσε να μην αισθάνεται καλά. Μια μέρα που είχε φτάσει πάνω στη στάνη έχοντας ανεβεί τη ραχούλα με χίλια ζόρια, προτού ανοίξει για να βγάλει έξω τα λιγοστά τους ζώα, είχε καθίσει για να ξεκουραστεί, όταν πόνοι σφάχτες την έκαναν να πέσει στη γη σφαδάζοντας. Είχε πάρει να καλοκαιριάζει και η Μάνα γη είχε μισοντυθεί με τα καλούδια της εποχής.  Μόνη της η μικρή είχε διαπιστώσει την ανάγκη της να γονατίσει και να σφιχτεί και να  που μέσα από πόνους και κλάματα, αισθάνθηκε, κάτι, σαν ένα μεγάλο κομμάτι αίμα να βγαίνει από το κάτω  μέρος του σώματός της.

Αμέσως ύστερα, είχαν παύσει οι ανυπόφοροι πόνοι και η Μάγδα ένιωσε μια απελευθέρωση. Έγειρε το σώμα της μπροστά στηρίζοντας τις δυο παλάμες της στη γη. Άνοιξε ντροπιασμένη τα πόδια της κι ανασήκωσε τη μακριά φούστα της. Και τότε το είδε:  ήταν ένα πλάσμα, ένα μωρό, τυλιγμένο σε παράξενο λίπος. Η μικρή έφριξε. Σαστισμένη από το γεγονός κάθισε, με τη λίγη δύναμη που της είχε απομείνει, πάνω στη γη, αφήνοντας το μωρό ανάμεσα στα πόδια της και πάνω στο πίσω μέρος της φούστας της. Τρέμοντας και σκοτισμένη από τα ανάκατα συναισθήματα, κύτταξε γύρω της, μήπως την είχε δει κάποια άλλη ψυχή. Ύστερα με τον τρόμο φωλιασμένο στην καρδιά και με χέρια που έτρεμαν, έπιασε και σήκωσε το άμοιρο βρέφος, μόνο για να διαπιστώσει ότι ήταν κολλημένο πάνω της με ένα έντερο. Θυμήθηκε πάλι τις προβατίνες τους. Μια φορά -πολύ πριν από το έγκλημα του Μήτσου- η γιαγιά της είχε ζητήσει να προσέξει καλά τι έκανε όταν ξεγένναγε μία από τις αυτές, για να μάθει και η ίδια και να γνωρίζει πώς να αντιμετωπίσει στην απουσία της, τη γέννα κάποιας προβατίνας.  Η γιαγιά  κόντευε να γεράσει και η Μάγδα αργά ή γρήγορα θα αναλάβαινε όλες τις βαριές δουλειές της στάνης.

Η Μάγδα αναστέναξε αρρωστημένη από την όλη κατάσταση. Αφήνοντάς το σωματάκι προσεκτικά πάνω στη φούστα της, γύρισε στο πλάι και αργά πήρε μια κάτασπρη πέτρα και κτύπησε το έντερο, κρατώντας πάντα το μωρό προστατευμένο μέσα στη φούστα της. Το έκοψε και σήκωσε το μωρό πάνω, απέναντι στο πρόσωπό της, κυττώντάς το πεθαμένη από το φόβο. "Ένα παιδί!" μουρμούρισε.  "Γέννησα ένα παιδί". Το ξανακύτταξε. Το δύστυχο μικροσκοπικό πλασματάκι δεν κουνιόταν.  Το έσφιξε απάνω της σαν κούκλα.  Το μωρό ήταν άψυχο.  Χωρίς να ξέρει γιατί, το φίλησε στο στόμα με μια άγρια λαχτάρα, εκείνο όμως εξακολούθησε να μένει ακίνητο, ψυχρό.  Η Μάγδα δεν άργησε να καταλάβει ότι είχε γεννήσει ένα νεκρό αγοράκι. Όταν βεβαιώθηκε γι αυτό, ένιωσε το σώμα της να κυρτώνει από τον πόνο.  Το άφησε ευλαβικά πάνω στην φούστα της και ανεξήγητα ψύχραιμη, τράβηξε το σάλι από τους ώμους της. Αργά με ήσυχες κινήσεις άπλωσε το σάλι δίπλα της και με αυτό τύλιξε πολύ προσεκτικά το μικροσκοπικό, παγωμένο τώρα σώμα, αφήνοντας μόνο το προσωπάκι του ακάλυπτο. Ύστερα με κόπο το ακούμπησε στη γη, δίπλα της και ανασηκώθηκε.  Κύτταξε και πάλι ερευνητικά γύρω της.  Δεν υπήρχε ψυχή, όπως συνήθως. Σα να πήρε μία οριστική απόφαση, έσκυψε και  σήκωσε ευλαβικά από το χώμα, το σφιχτοτυλιγμένο άψυχο πλασματάκι. "Πάγωσες μωρό μου! Να μπορούσα να σε ζεστάνω  με την αναπνοή μου!" είπε σιγανά κυττάζοντας το προσωπάκι του μωρού. Το αγκάλιασε σφιχτά στην αγκαλιά της και αφήνοντας πίσω το καλυβάκι με τα  αρνάκια και τη σκυλίτσα δεμένη, προχώρησε τρικλίζοντας από την αδυναμία, στην απόμακρη άκρη της μικρής απλωσιάς, κοντά στο μεγάλο γκρεμό. Ο ήλιος έλαμπε. Μέσα σε μία τέτοια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, η μοίρα της την είχε καταδικάσει, να γεννήσει ολομόναχη, σαν ένα πρωτόγονο πλάσμα, ένα νεκρό ανθρωπάκι. Δεν υπήρχε σκληρότερο παιγνίδι από ετούτο, για ένα κοριτσάκι δεκαέξι χρόνων. Κάθισε πολλή ώρα εκεί, μη ξεκολλώντας τα συννεφιασμένα μάτια της από το προσωπάκι του μικροσκοπικού, άψυχου πλάσματος, που κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της, σα να ήθελε να το βάλει ξανά μέσα στα σπλάχνα της. Εκείνο όμως ήταν πάντα μελανιασμένο, παγωμένο, άψυχο.  "Είσαι φευγάτο παιδί μου!  Ποιος το ξέρει, αν δεν είναι και για καλύτερα! Σε τι κόσμο θα ζούσες εσύ, ένα μούλο παιδί!  Καλύτερα... Ξέρει ο Αφέντης μας εκεί ψηλά, τι κάνει!" Σήκωσε τα μάτια της ολόστεγνα στον ουρανό.  "Δεν πρόλαβα ούτε να σε ονοματίσω γιε μου! Ας είναι... ήταν θέλημά Του!" ψιθύρισε ξανά σα μεγάλη γυναίκα που είχε σηκώσει το σταυρό της για χρόνια.   Ύστερα με αργές κινήσεις ακούμπησε το ιερό τύλιγμα στο μαλακό χώμα. Σκέψεις παράξενες, μπερδεμένες, γυρόφερναν στο μυαλό της άμοιρης νέας. Δεν την ένοιαζε στιγμή για τη δική της κατάσταση.  Όλη της η προσοχή, όλο της το είναι, είχαν δοθεί σε  εκείνο το άψυχο πλασματάκι. Ένιωθε το αίμα της να κυλάει ζεστό στους μηρούς της, αλλά ούτε που την ένοιαζε. Ούτε μία στιγμή δεν σκέφτηκε τον εαυτό της, τη δική της υγεία, το μέλλον της... Δεν υπήρχε τίποτα, μα τίποτα άλλο στον κόσμο τώρα πια για εκείνη, την όμορφη Μάγδα, παρά μόνο εκείνο το αδικημένο πλάσμα που άνθρωποι και Θεός το είχαν καταδικάσει. "Μόνοι μας γιε μου, εσύ και εγώ!" ψιθύρισε χαϊδεύοντας το τυλιγμένο νεκρό μωρό.  

Εκεί δίπλα, χρησιμοποιώντας, για αρκετή ώρα, μια μυτερή κατάλευκη πέτρα, κατάφερε να ανοίξει μια βαθειά τρύπα. Κάθισε δίπλα της και δίπλα στο μωρό της, για να ανακτήσει κάπως τις δυνάμεις της. Ύστερα με τα χέρια γεμάτα από χώμα, σήκωσε  στην αγκαλιά της το τυλιγμένο σώμα και κυττώντας πάντα το προσωπάκι του, άρχισε να το κουνάει γυρνώντας το σώμα της δεξιά και αριστερά, και ταυτόχρονα να του τραγουδάει το ίδιο νανουριστικό, που η γιαγιά της έλεγε, όταν μικρή την έβαζε στον ύπνο: "έλα ύπνε πάρε μου το... " δεν άντεξε όμως. Σταμάτησε εκεί και αφού φίλησε μία ύστατη φορά το μικροσκοπικό στοματάκι, έσυρε το σάλι στο πρόσωπό του και το έσφιξε γύρω του.  Έσφιξε για ύστερη φορά το μικροσκοπικό σώμα μέσα στον ρημαγμένο της κόρφο, κυττώντας τον ουρανό που έλαμπε, παρακαλώντας μέσα της να του χαρίσει ο Αλάνθαστος, την Παραδείσια ζωή, μια και το δυστυχισμένο δεν είχε την τύχη να ζήσει την επίγεια. Ύστερα με αργές κινήσεις, το έβαλε προσεκτικά μέσα στη λακκούβα που είχε ανοίξει. Λες και δεν ήθελε να τελειώσει εκείνη η θλιβερή διαδικασία της ταφής του παιδιού της, το κύτταζε και το ξανακύτταζε ώσπου τέλος, παίρνοντας κάθε φορά  λίγο από το σκαμμένο χώμα του πρόχειρου τάφου, κάλυψε  το νεκρό σωματάκι του μωρού της.

Το έθαψε μαζί με την καρδιά της, εκεί, κοντά στην άκρη του γκρεμού που τη λαχτάριζε με το βάθος και την αγριάδα του, ως τη στιγμή εκείνη. Τώρα που είχε τον δικό της άνθρωπο εκεί δίπλα, τι είχε πια να φοβηθεί; Ακούμπησε μαλακά τρεις μεγάλες, βαριές πάλλευκες πέτρες, σημαδούρα του μικρού τάφου.  Δεν έκλαψε, δεν έριξε ούτε ένα δάκρυ, ορκίστηκε όμως να εκδικηθεί τον παλιάνθρωπο τον εξάδελφό της, που της είχε κάνει τη ζωή της κόλαση και είχε σκοτώσει "το παιδί της". Μέσα της, σα δίκαια ψυχή που ήταν, τον είχε αποξενώσει από την καλή της θεία, και δεν ήθελε να συλλογιστεί για τις όποιες αντιδράσεις της, γιατί όσο περνούσε από το χέρι της, ποτέ δε θα μάθαινε για το χάλι της.  Όχι δεν θα το έλεγε ποτέ σε κανέναν. Ήταν δική της και μόνο δουλειά και μόνη της θα τα έβγαζε πέρα. Αυτή θα τιμωρούσε το φταίχτη, που είχε χαλάσει τη ζωή της.

Εκείνη τη νεκρώσιμη ημέρα η Μάγδα κατέβηκε στο σπιτάκι της γιαγιάς και δικό της, ήσυχη. Είχαν όλα τελειώσει. Η ζωή της είχε αχρηστευτεί με εκείνο το τελευταίο θανατηφόρο χτύπημα. Ήξερε πάρα πολλά πλέον και ας μην είχε ορμηνευθεί από κανέναν για τίποτε, ούτε για τα ζευγαρώματα των ανθρώπων, ούτε για τα γεννητούρια των μωρών, ούτε και για το θάνατο των ερήμων ανθρώπων στην ερημιά. Μίσησε "τον κερατά το Μήτσο", μίσησε τον κόσμο γύρω της, μίσησε  την ίδια τη ζωή. Στο μυαλό της είχε καρφωθεί το αγκάθι της εκδίκησης και το δηλητηρίαζε. Όχι, δεν θα πατούσε τον όρκο της, δεν θα άφηνε αυτόν τον "κερατά" ατιμώρητο, έστω και αν ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή της.  Η σκέψη της εκδίκησης την είχε κατακυριέψει, της έγινε έμμονη ιδέα και βραχνάς.  Γι αυτή μονάχα ζούσε, τώρα πια. Περνούσαν από το νου της ένα σωρό σκέψεις, έκανε διάφορα σχέδια, πιπίλιζε στη σκέψη της την ικανοποίηση που θα έπαιρνε,  όταν τελικά θα έκλεινε εκείνος ο φριχτός κύκλος με την κάθαρση: "το ταχτοποίημα εκείνου του κερατά". Όσο καυτή ήταν αυτή η επιθυμία της, τόσο πιο προσεκτική είχε γίνει.  Δεν ήθελε να υποκινήσει υποψίες. "Λες να έχει κανέναν σεβντά μωρή θυγατέρα; " ρώταγε στεναχωρημένη η γιαγιά Διαμαντίνα τη θεία της, όταν εκείνη την επισκεπτόταν. "Ε, μωρέ μάνα κορίτσι είναι... ποιος ξέρει;" απαντούσε εκείνη. Η Μάγδα, αν και είχε πείσει τη γιαγιά της και τη θεία της ότι όλα ήταν καλά, γιατί είχε μάθει να προσποιείται, η εξωτερική της εμφάνιση αντικατόπτριζε αλάνθαστα τα σημάδια της εσωτερικής της τρικυμίας. Και παρά το νεαρό της ηλικίας της, είχε μάθει να βρίσκει όλου του κόσμου τις δικαιολογίες για τα χάλια της, και να τις αραδιάζει στη γιαγιά της και στη θεία της με πολλή πειστικότητα.  Έπρεπε να κάνει υπομονή και να καρτεράει την ευλογημένη ευκαιρία. Ήταν μικρή αλλά κάποιες φορές ένιωθε ότι δεν είχε πολύν καιρό μπροστά της. Τότε παρακάλαγε το θεό να φέρει ξανά στο δρόμο της "τον παλιάνθρωπο το Μήτσο" και αυτή ήξερε τι να κάνει αυτή τη φορά μαζί του.

Από εκείνη την τραγική ημέρα της γέννας και της ταφής του μωρού της, η Μάγδα βόσκαγε τα αρνάκια της προς τη μεριά του γκρεμού, και ανελλιπώς επισκεπτόταν το σημαδεμένο με τις τρεις πάλλευκες πέτρες, μικρό τάφο του μωρού της, για να το καλημερίζει, να του μιλάει, να το συμβουλεύεται, να του λέει τον πόνο της και τα παράπονά της, λες και εκείνο ήταν ζωντανός άντρας που είχε ζήσει κιόλας τη ζωή.  Τη σκυλίτσα την άφηνε πίσω στο καλύβι πάντα δεμένη. Τη φοβόταν μην προδώσει το μυστικό της ακόμη και στην ερημιά που την περιέβαλε.

 

Ο Μήτσος που είχε επιστρέψει ύστερα από απουσία λίγων χρόνων, δεν άργησε να θέλει να πλησιάσει ξανά τη Μάγδα, που αν και η εμφάνισή της έδειχνε ότι ήταν αδύνατος, ασθενικός οργανισμός, στα δεκαεννιά της εξακολουθούσε να είναι μία όμορφη νέα.  Η Μάγδα, είχε αποφασίσει ότι όφειλε να προσποιείται πως όλα εκείνα που της είχε κάνει είχαν ξεχαστεί, σε σημείο μάλιστα, που λες και στην ουσία, δεν είχε συμβεί τίποτα. Αφού λοιπόν ο άντρας είχε διαπιστώσει ότι δεν υπήρχαν συνέπειες για τις αλλοτινές βρώμικες πράξεις του, κάποια μέρα, βέβαιος ότι η Μάγδα ήταν μονάχη όπως συνήθως στη στάνη, αποφάσισε -μυστικά πάντα- να ανεβεί ως τα βοσκοτόπια με βρώμικους σκοπούς. Είχε πλησιάσει τη Μάγδα στη πλατωσιά  της βοσκής. "Έλα σε περίμενα!" είπε εκείνη με ένα πονηρό χαμόγελο που τον αποθράσυνε ακόμη περισσότερο.  Δεν ήταν η παιδούλα που είχε άλλοτε βιάσει.  Αυτή ήταν γυναίκα που του υποσχόταν τον Παράδεισο... Πλησιάζοντάς την, είχε επιχειρήσει με λόγια απίστευτα, να την παρασύρει στην καλύβα της.  Εκείνη  όμως κάνοντας τη δύσκολη, με πολύ σκέρτσο -στοιχεία που είχαν ερεθίσει το Μήτσο ακόμη περισσότερο- αντί για το καλύβι τον είχε τραβήξει προς την πλευρά του γκρεμού. Τον είχε αφήσει να πιστέψει ότι θα του έκανε όλα τα χατίρια, αφού όμως πρώτα έκανε και εκείνος κάτι "μικρό" για χάρη της. "Ό,τι θες μανάρα μου!" είχε πει ο "άθλιος", και η Μάγδα πάντα με νάζι, τον είχε παρακαλέσει να σκάψει σε ένα συγκεκριμένο σημείο και του το έδειξε λέγοντας: "εκεί όπου ασπρίζουν οι τρεις μεγάλες πέτρες!". Ήταν σχεδόν δίπλα τους. "Σκάψε!" του είχε πει χαμογελώντας σκερτσόζικα "και θα βρεις έναν πολύ  σπουδαίο θησαυρό!" Εκείνος χρησιμοποιώντας μία από τις λευκές επιτύμβιες πέτρες, είχε επιδοθεί στο σκάψιμο, κουνώντας το κεφάλι του για την ιδιοτροπία της.  Γιατί... τι θησαυρό τέλος πάντων θα μπορούσε να είχε κρύψει εκεί, μία πάμφτωχη νέα σαν τη Μάγδα;

Μία βαριά μυρουδιά τον χτύπησε στη μύτη. Συνέχισε όμως αγνοώντάς την.  Κάποια στιγμή, καθώς έβγαζε με τις παλάμες του το σκαμμένο χώμα από τη βαθιά λακκούβα, έπιασε κάτι σαν ύφασμα. Κύτταξε καλύτερα και  αντίκρισε μέσα από τα χώματα ένα μπογαλάκι, εκείνο που η Μάγδα είχε κρύψει: "το πεσκέσι του", τυλιγμένο με το σάλι της.  "Άνοιξέ το!" τον πρόσταξε τώρα η Μάγδα, με φωνή αλλοιωμένη από τη σκληρότητα. Εκείνος την  υπάκουσε αμέσως σαν υπνωτισμένος κρύβοντας, μάλιστα καλά, τη δυσφορία του για τη μυρωδιά που αναδυόταν από τη λακκούβα και ακόμη περισσότερο, από το πακέτο του παράξενου "θησαυρού".  Μόλις το άνοιξε τελικά, διαπίστωσε  με φανερή φρίκη ότι επρόκειτο για το σώμα ενός μωρού σε πλήρη σχεδόν αποσύνθεση. Όπως ήταν εκεί γονατισμένος σήκωσε το κεφάλι του και την κύτταξε κατάχλωμος. Η Μάγδα στεκόταν ολόρθη απάνωθέ του, όμοια δήμιος με παγωμένο προσωπείο, έτοιμη να τον εκδικηθεί. Ήταν ζήτημα χρόνου, στιγμής... "Είναι ο γιος σου!" είπε με περιφρόνηση και πρόσθεσε με κακία: "να τον χαίρεσαι Μήτσο μου! Αλλά πριν από αυτό,  νομίζω ότι του χρωστάς κάτι!" είπε χαμογελώντας φρικαλέα. Εκείνος μαγνητισμένος από το φριχτό θέαμα του αποσυντεθημένου μωρού, δεν την είχε ακούσει. Δεν άκουγε τίποτα. Κύτταζε το πτώμα και τα γουρλωμένα μάτια του είχαν την έκφραση του ανθρώπου που τρελαίνεται. Η Μάγδα όμως αδιαφορούσε για όλα εκείνα που έβλεπε μπροστά της, για τον άνθρωπο που γονατισμένος είχε χαζέψει. Πριν λοιπόν να συνέλθει από τη φρίκη του, πριν καλά-καλά να συνειδητοποιήσει, να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο, η Μάγδα σήκωσε μία από τις μεγάλες κάτασπρες πέτρες και την κατάφερε στο κεφάλι του. Ο Μήτσος ζαλίστηκε και έπεσε μονομιάς λιπόθυμος, πλάι  στη σωρό του μωρού. "Ετοιμάσου παλιόσκυλο να πας να βρεις το γιο μας, για να του χαλέψεις συγχώριο, τρομάρα σου! Δε θα σε μακελέψω αλητάμπουρα... δε θα σου τα κάνω κιμά... γιατί έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα έχουν ξεκαμωθεί, κι εσύ μαζί τους!" είπε με φωνή που έσταζε δηλητήριο η νέα. Ύστερα, θεριεμένη από το μίσος της η φαινομενικά αδύνατη Μάγδα, τον είχε κυλήσει σαν κορμό δέντρου, με τη βοήθεια της κατωφέρειας του εδάφους, και μέσα σε λίγες στιγμές ο "διπλά δολοφόνος" Μήτσος, είχε αφανιστεί, χωρίς τον παραμικρό θόρυβο, χωρίς κανένα ίχνος ή μάρτυρα. Τον είχε καταπιεί στο βάθος του ο φοβερός γκρεμός. 

Η Μάγδα έχοντας ολοκληρώσει την εκδίκησή της, είχε απομακρυνθεί με την ησυχία της από το μέρος του φονικού και σαν υπνωτισμένη είχε έρθει και είχε σταθεί πάνω από το μικρό λείψανο. Ύστερα γονατίζοντας δίπλα του, το σπαργάνωσε με τρυφερότητα: "Καιρός είναι να αναπαυθείς άγγελέ μου!  Δεν σου αξίζαν άνθρωποι σαν κι εμάς, για γονείς!  Ήξερε ο Μεγαλοδύναμος τι έκανε, όταν σου πήρε τη ζωή, πριν ν αντικρίσεις ετούτο τον βρωμόκοσμο!" Ξέσπασε, για πρώτη φορά, σε ένα σπαραξικάρδιο κλάμα για το χαμένο, το αδικοπεθαμένο μωρό και ύστερα το έθαψε όπως πριν, φυτεύοντας απάνω του ένα μικρό πλάτανο, που είχε φυτρώσει εκεί δίπλα από μόνος του. "Θα έρχομαι με τα προβατάκια μας στον ίσκιο σου λεβέντη μου και θα κουβεντιάζουμε εσύ κι εγώ, ολομόναχοι πάντα στον κόσμο μας! Θα σε βαφτίσω "Πλάτανο" γιε μου, και θα ζήσεις για πάντα εδώ, ας είναι ερημιά. Θα είσαι μια χαρά μακριά από τις βρωμιές των ανθρώπων",  είπε η δύστυχη φόνισσα και κάνοντας το σταυρό της, κίνησε για το μαντρί.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Η Μάγδα που ανέβαινε καθημερινά για τα ζώα, καθημερινά επισκεπτόταν και τον αγαπημένο γιο της, τον "Πλάτανο".  Του μιλούσε σαν να ήταν ζωντανός άνθρωπος και το δεντρί του  πλάτανου μεγάλωνε. Κανείς ποτέ δεν την είχε δει, ούτε είχε ποτέ αντιληφθεί την πορεία της Μάγδας και την κουβέντα της με το γιο της, τον "Πλάτανο". Και εκείνη μεγάλωνε, και είχε φτάσει σε μία ηλικία χωρίς ποτέ να έχει αποκτήσει ένα σύντροφο.  Δεν είχε θελήσει ποτέ να παντρευτεί, παρά τις προσπάθειες της γιαγιάς της όσο ζούσε- ή της θείας της. Εύρισκε πάντα κάποια πρόφαση για να ξεφύγει το γάμο: ο ένας δεν της έκανε γιατί ήταν μαυριδερός, ο άλλος γιατί ήταν πολύ κοντός... Δεν ήθελε  να παντρευτεί. Δεν μπορούσε να ρεζιλευτεί στο χωριό τους με έναν γάμο, που κάποια στιγμή μπορεί και να της "πέταγαν στα μούτρα, ότι δεν ήταν παρθένα". Αν μαθευόταν, ίσως και να έψαχναν για τον ένοχο.  Δεν αργάει τότε ο έξυπνος άνθρωπος να βάλει όλα τα γεγονότα το ένα δίπλα στο άλλο, και να βρει ποιος ήταν "ο σιχαμερός εγκληματίας". Και πρώτα-πρώτα η θεία της και η γιαγιά της. Με το να μείνει ανύπαντρη, έμειναν τα πράγματα στη θέση τους. Τελικά στα μέρη τους, είχαν πιστέψει για τη φτωχή τη νέα πως ήταν αλαφροΐσκιωτη και σιγά-σιγά, είχαν αραιώσει τα προξενιά. Ούτε κανείς ποτέ είχε μάθει για τον Μήτσο.  Όλοι νόμιζαν πως είχε φύγει κρυφά έξω για να πλουτίσει και ότι είχε ρίξει μαύρη πέτρα στην οικογένεια και στην πατρίδα του. Αυτό ήταν το μόνο καλό από όλη την φριχτή ιστορία, καθώς εξασφάλιζε την ηρεμία της δύστυχης Μάγδας. Η γιαγιά της είχε πεθάνει  τελικά με τον καημό, ότι άφηνε πίσω και  ολομόναχη την αγγονιά της.  Τη θεία της την είχε φάει το μαράζι του αγνοούμενου γιου της και η Μάγδα τη λυπόταν, σα να είχε αληθινά ξενιτευτεί ή αφανιστεί ο  εξάδελφός της ο Μήτσος, από το χωριό τους.  Δεν είχε λύπη ή άγχος για τον αφανισμό του, "γιατί αυτός ήταν αλήθεια ένα ζώο! Και τα ζώα ο άνθρωπος δεν τα πονάει, όπως πονάει τον άνθρωπό του".

 

            Η Μάγδα σπάνια κατέβαινε στο χωριουδάκι, όταν όμως το έκανε, όπως συνήθιζε από παλιά, δανειζόταν από τη μικρή βιβλιοθήκη του σχολείου κάποια βιβλία για να διαβάσει.  Αγαπούσε τις γνώσεις και είχε πολλές ανάλογα με το είδος της ζωής που έκανε, ως βοσκός.  Ποιος όμως ήθελε να το ξέρει; Ποιος νοιαζόταν; Κανείς μα την αλήθεια. Και αυτό της άρεσε πολύ. Δεν ήθελε να τραβάει τα βλέμματα των άλλων απάνω της. Ήταν αντικοινωνική  και καθόλου δεν την ένοιαζε αν κάποιοι την ονομάτιζαν αλαφροΐσκιωτη. Έτσι πέρασαν τα χρόνια.  Μεσήλικη πλέον είχε επιδιώξει να γνωρίσει καλύτερα τη νέα δασκάλα του χωριού τους. Την είχε επισκεφτεί στο σχολείο και της είχε ζητήσει ένα δύο βιβλία, πέρα από εκείνα του σχολείου, "κάτι το διαφορετικό!

"Η "κυρά δασκάλα" έτσι τη φώναζαν οι κάτοικοι του χωριού- ή η Αρετή -αυτό ήταν το βαφτιστικό της- ήταν αρκετά νέα, παντρεμένη και είχε δίδυμα μικρά παιδιά: ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι. Η μητέρα της που είχε ακολουθήσει αυτήν και τον άντρα της -ήταν δάσκαλος στο διπλανό χωριό-  πρόσεχε τα δίδυμα, όταν η Αρετή έλειπε στο σχολείο. Μία φορά -που κάνοντας μία βόλτα  με τα παιδιά της κόρης της- τα είχε φέρει στο σχολείο, είχε συναντήσει τη Μάγδα, αλλά εκείνη λες και φοβόταν από κάτι, την είχε χαιρετήσει βιαστικά και είχε απομακρυνθεί απότομα, σα να την κυνηγούσαν.  "Παράξενη γυναίκα κι ετούτη" είχε σκεφτεί η μητέρα της Αρετής και μάλιστα το είχε συζητήσει με τη θυγατέρα της. "Ναι, είναι, η δυστυχισμένη!" είχε πει η Αρετή.  Μήπως ήξερε και τίποτα άλλο γι αυτήν; Είχε ακούσει μονάχα ότι ζούσε μόνη της εκεί στην άκρη του χωριού και ότι δεν είχε θελήσει ποτέ να παντρευτεί, παρόλο που την είχαν ζητήσει κάποιοι άντρες από το χωριό και τα περίχωρα. "Λένε ότι είναι φευγάτη... αν και εμένα δε μου φαίνεται να είναι.  Άλλο την τρώει τη γυναίκα... ποιος ξέρει; Μπορεί κάποια χαμένη αγάπη!" είχε πει η Αρετή, χωρίς όμως να είναι βέβαια για τίποτα.

Η Αρετή, σαν προσωπικότητα, είχε κερδίσει την εκτίμηση γονέων και παιδιών στο χωριό, γιατί ήταν ευγενική και καλοσυνάτη. Αυτά τα προτερήματά της την είχαν κάνει συμπαθητική στο χωριό, τόσο, λες και ήταν συγχωριανή τους, "δικός τους άνθρωπος". Αγαπούσε τα παιδιά και αυτό είχε αρέσει πολύ στη Μάγδα. Σα μεσήλικη πλέον, είχε αρχίσει να πηγαίνει συχνότερα  στο σχολείο και έτσι είχε αναπτυχθεί μία αλληλοεκτίμηση ανάμεσα σε αυτήν και την Αρετή. Καθώς όμως η υγεία της είχε κλονιστεί από ενωρίς στην εφηβική της ηλικία, ύστερα από το κακούργημα του Μήτσου, πριν ακόμη πατήσει τα πενήντα της, αρρώστησε βαριά. Νιώθοντας το τέλος της να πλησιάζει, είχε μηνύσει στην Αρετή  ότι ήθελε να τη δει και να της μιλήσει. Την "παρακαλούσε πολύ" να πάει, είχε πει η μακρινή συγγένισσά της, που την είχε βάλει η δασκάλα να την επισκεφτεί, έχοντας ανησυχήσει που δεν την επισκεπτόταν πια στο σχολείο. Εκείνη είχε πάει στο ερειπωμένο σπιτάκι της Μάγδας, όπου τη βρήκε στο κρεβάτι, βαριά άρρωστη. Η Αρετή μόλις πληροφορήθηκε για την  αρρώστια της Μάγδας και την επιθυμία της να τη δει, πήγε την ίδια κιόλας μέρα το απόγευμα ύστερα από το σχολείο. Τραβώντας μία καρέκλα την είχε τοποθετήσει απέναντι από την ξαπλωμένη άρρωστη και πιάνοντάς της το χέρι, την είχε παρακαλέσει να πιει λίγη από την σουπίτσα που της είχε φέρει. Η Μάγδα για να μην της χαλάσει το χατίρι, είχε καταπιεί με δυσκολία δυο κουταλιές και ύστερα είχε γείρει στο μαξιλάρι της ανήμπορη. "Δεν έχω πολύ καιρό κυρά δασκάλα μου, κι έχω πολλά να ειπώ..." είπε καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια. Η Αρετή την κύτταξε με αγωνία: "Τι εννοούσε; Ήθελε μήπως εξομολόγο;" Η Μάγδα λες και μάντεψε τις σκέψεις της χαμογέλασε αμυδρά. Δεν ήξερε πώς να αρχίσει η δύστυχη, αλλά στο τέλος και ενώ είχε ιδρώσει από μία ανείπωτη αγωνία, με φωνή σιγανή και βραχνιασμένη από το βάρος που ένιωθε μέσα της, όλα αυτά τα δυστυχή χρόνια της ζωής της, με μάτια θολωμένα από τη λύπη και τον πόνο, της μίλησε για το παρελθόν της, για τα απίστευτα πάθη της και τέλος της εξομολογήθηκε το έγκλημά της. Είχε πει με φωνή σπασμένη και χωρίς δάκρυα, ότι δεν ήταν άξια για να μεταλάβει τα άχραντα μυστήρια όπως ο κάθε άλλος Χριστιανός, γιατί τα κρίματά της ήταν μεγάλα. Ότι την είχε διαλέξει για να της εμπιστευτεί το φοβερό μυστικό της, επειδή την είχε συμπαθήσει και γιατί καθώς ήταν γυναίκα με μυαλό και γνώση, πίστευε ότι η αποκάλυψη του δικού της δράματος, ίσως στα χέρια της, να γινόταν όργανο για τη φώτιση και την προστασία άλλων θηλυκών υπάρξεων. Ολοκλήρωσε με λίγα ακόμη λόγια παράκλησης προς την Αρετή, λες και από φόβο, λες και ίσως δεν την είχε πείσει η ιστορία της, να κάνει κάτι. "Δεν θα το πιστέψεις κυρά-Δασκάλα, αλλά υπάρχουν τέτοιες νιες... που δεν γνωρίζουν... που είναι απροστάτευτες... που πρέπει κάποιος να τους ανοίξει τα μάτια, για να μάθουν να προστατεύουν τον εαυτό τους από τα αγρίμια!" Τα είχε πει όλα πια. Σκουπίζοντας με κόπο ένα δάκρυ της που είχε κυλήσει από τα στεγνά της μάτια, σιώπησε για πάντα. Είχε γαληνέψει πια και είχε κατορθώσει να χαμογελάσει στην Αρετή, που την κυττούσε καταλυπημένη και κατειλημμένη από πρωτοφανές άγχος. Η ευθύνη που της είχε φορτώσει ετούτη η δύστυχη, η ταλαιπωρημένη ψυχή, ήταν δυσβάσταχτος όγκος.  Η Μάγδα είχε σβήσει λίγο αργότερα, πολύ ήσυχα, κυττώντας στα μάτια την "κυρά δασκάλα", που της κρατούσε σφιχτά και στοργικά το κοκκαλιασμένο χέρι της. 

Η Αρετή, έχοντας ακούσει για τα πάθη της άλλοτε πρωτόγονης νέας, που η ζωή, η οικονομική κατάσταση και η φύση της κοινωνίας τους, την είχε οδηγήσει στη χειρότερη απομόνωση αλλά και στο είδος της εκδίκησης, που η πρωτόγονη φύση της, της είχε υπαγορεύσει, είχε κλάψει για τη Μάγδα σαν να επρόκειτο για δικό της άνθρωπο. Είχε κλάψει για εκείνο το πλάσμα, που η αδικία ενός ανθρώπου είχε καταστρέψει μέσα του για πάντα την αγνότητα του παιδιού, με τον πιο βίαιο και απάνθρωπο τρόπο, για το σταυρό που κουβάλαγε τόσα χρόνια ολομόναχη, σαν παιδί αρχικά γεμάτο πίκρα για τη ζωή και ύστερα σα νέα γυναίκα, ταπεινωμένη και γεμάτη τύψεις.  Πόνεσε για τη συνάνθρωπο, τη γυναίκα τη στερημένη από όσα δικαιούται σε ετούτη τη σύντομη ζωή, κάθε άλλη, προστατευμένη γυναίκα. Πώς μπορούσε να γνωστοποιήσει, να καταγγείλει το βίο και την πολιτεία μίας δυστυχισμένης, εφόσον ο σταυρός που κουβάλαγε μία ολάκερη ζωή, την είχε εξαγνίσει;  Δεν θα ήταν ιεροσυλία εκ μέρους της να διασυρθεί το όνομα της Μάγδας;

Έγραψε λοιπόν, σε γνωστό εκπαιδευτικό περιοδικό  της πρωτεύουσας.  Ανάφερε ότι στην περιοχή όπου εργαζόταν σα διδασκάλισσα, είχαν υποπέσει στην αντίληψή της κάποιες ενδιαφέρουσες ιστορίες, που αναμφίβολα αφορούσαν γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πρόσφατο παρελθόν.  Τόνισε πως προβαίνοντας στη δημοσίευση μιας εξ αυτών -την τραγωδία της Μάγδας- στόχευε στο να αφυπνίσει τους ιθύνοντας. Χρησιμοποιώντας ξένα προς την πραγματικότητα ονόματα -εκτός από το όνομα της πρωταγωνίστριας-  η Αρετή, πέρα από τη γνωστοποίηση και αφύπνιση, απέβλεπε στη συνειδητοποίηση και άμεση ενεργοποίηση της ευρύτερης κοινωνίας τους, σε σχέση με το έγκλημα του βιασμού του παιδιού, την επισήμανσή του και την εξάλειψή του. Υπογραμμίστηκε η παραβίαση των δικαιωμάτων του παιδιού, καθώς και η άγνοια μέσων αντίληψης και αντιμετώπισης αλλαγών στη συμπεριφορά του, εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος, μέσα σε μία μικρή και αποκλεισμένη κοινωνία.  Και φυσικά ετέθη επί τάπητος το σοβαρό πρόβλημα αντιμετώπισης παρομοίων καταστάσεων στις απομονωμένες περιοχές της υπαίθρου. Υπογράμμισε επίσης την ανάγκη της εκπαίδευσης γονέων και παιδιών ώστε να ενθαρρύνεται η πρόληψη και η διαφύλαξη αυτών από τραυματικές εμπειρίες  αυτού του μεγέθους, καταστρεπτικών για τον ψυχισμό του παιδιού. Η ύπαρξη ανθρώπων με διαταραγμένο νου και έλλειψη συνείδησης, που εγκληματούν στον οικογενειακό κύκλο και στον ευρύτερα κοινωνικό, είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να εξαλειφθεί αλλά μπορεί να περιοριστεί με τη λήψη μέτρων και κυρίως την παιδεία.

Η τραγική ιστορία της Μάγδας -χωρίς να είναι πανάκεια- καθώς είχε αναδημοσιευτεί αργότερα και σε εφημερίδα κυκλοφορίας,  είχε θορυβήσει την ελληνική κοινωνία της εποχής και είχε ωθήσει στο τραπέζι συζητήσεων του Υπουργείου Παιδείας από κοινού με το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, όλα τα θέματα γύρω από την προστασία του παιδιού.  Κατά γενική ομολογία η βία και η εκμετάλλευση παιδιών από δικούς ή ξένους, ήταν, είναι και θα είναι όχι μόνο απάνθρωπο, φοβερό και καταδικαστέο έγκλημα, αλλά και καλά φυλαγμένο μυστικό για πολλούς αδικαιολόγητους λόγους-φόβους. Αυτό ακριβώς όφειλε να παρακινήσει τους ταγούς της ελληνικής κοινωνίας, όχι απλά να το ερευνήσουν και να το θέσουν στον κατάλογο των προτεραιοτήτων τους για την, κατά το δυνατόν, επίλυσή του, αλλά να ενισχύσουν νομοθετικώς τις όποιες ενέργειές τους.  Αν "ο φόβος φυλάει τα έρμα", η τιμωρία τον ενισχύει.

 

Η Μαργαρίτα είχε κλάψει διαβάζοντας την ιστορία της Μάγδας. Είχε θυμώσει και είχε πιστέψει ότι κάπως έτσι θα πρέπει να τιμωρούνται άνθρωποι σαν το Μήτσο... Μα ήταν τόσο φοβερό και τόσο άδικο αυτό που είχε συμβεί στη βοσκοπούλα! Και ο δικός της ο Μάνος; Τι θα γινόταν αν ήταν αλήθεια έγκυος; Πώς άραγε θα αντιδρούσε αν μάθαινε ότι περίμενε το παιδί του; Θα της ζητούσε να το σκοτώσει; Η Μαργαρίτα έχοντας γνωρίσει τη σκοτεινή πλευρά του Μάνου, ήταν σχεδόν βέβαια ότι αυτό ακριβώς θα της ζητούσε. Και... μετά; Αυτό το μετά, την ταλάνιζε. Είχε βυθιστεί σε ένα χάος. Πότε οργιζόταν και τον αναθεμάτιζε και πότε έκλαιγε από απελπισία και ζητούσε από τον Παντοδύναμο εξιλέωση.  Κάποια στιγμή λοιπόν σκέφτηκε πως και ο Μάνος έπρεπε να τιμωρηθεί αν της ζήταγε τα παράλογα. "Πώς δηλαδή; Πώς θα μπορούσα εγώ, η Μαργαρίτα, να τιμωρήσω αυτόν τον άνανδρο, αν αλήθεια μου ζητούσε να σκοτώσω το παιδί μας;  Α! μα τον Θεό, θα τον σκότωνα... θαρρώ!" σκέφτηκε κάποια στιγμή σφίγγοντας με μανία τις γροθιές της και αμέσως μετά, αναρωτήθηκε πανικόβλητη: "Θεέ μου! τρελάθηκα! Δεν ξέρω τι λέω! Πώς μπορώ να σκέφτομαι τέτοια φρικώδη πράγματα! Κι αν τον σκότωνα, τάχα θα μπορούσα να ζήσω εγώ μετά από ένα τέτοιο φοβερό πράγμα; Όχι! Όχι!  Θα πνιγόμουν εκεί, κάτω στη λίμνη... Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω για να λυτρωθώ από την παλιοτύχη μου! Α! Νιώθω πως τον μισώ τώρα πια! Ναι θα μπορούσα και να τον σκοτώσω! Ίσως και να με ικανοποιούσε αυτό. Τον παλιάνθρωπο το Μήτσο... τον παλιάνθρωπο το Μάνο... Αν είχα κι εγώ το κουράγιο της Μάγδας... ίσως και να το έκανα! Αχ θε μου τι είναι αυτά που σκέφτομαι; Συγχώρεσέ με θε μου!"

 



 

 







γράφη η Πιπίνα Δ. Έλλη

ELLES ΠΙΠΙΝΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΙΩΣΗΦΙΔΟΥ

 

 

 





GREECE






 

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info